top of page

ΗΠΑ και Ρωσία...ξανά στα "μαχαίρια"!

sergioschrys
27 Ιουν
διαβάστηκε 9 λεπτά

Ο Τράμπ θέλει να κρατήσει τις συμφωνίες της Αλάσκας αλλά οι Νεοταξίτες της Ευρώπης τον εκβιάζουν μέσω των φακέλων Επστάϊν! Κι αυτό σημαίνει πως...θα δώσει πισώπλατη μαχαιριά στον Πούτιν!



Κατά τη συνάντηση στο Άνκορατζ μεταξύ Ντόναλντ Τραμπ και Βλαντίμιρ Πούτιν υπήρξαν συγκεκριμένες συνεννοήσεις και κάθε πλευρά είχε αναλάβει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Ωστόσο, όπως υποστήριξε, μία από τις δύο πλευρές αποδείχθηκε ανίκανη να εφαρμόσει πλήρως όσα είχαν συμφωνηθεί.


Οι πρόσφατες εξελίξεις στις σχέσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας σηματοδοτούν, σύμφωνα με Ρώσους αναλυτές, μια κρίσιμη καμπή στον πόλεμο της Ουκρανίας.

Η Ρωσία δεν αναμένει την εφαρμογή των συμφωνιών που επιτεύχθηκαν στο Άνκορατζ για την ουκρανική σύγκρουση, αλλά την επίτευξη των στρατηγικών της στόχων, δήλωσε ο σύμβουλος του Ρώσου προέδρου Γιούρι Ουσάκοφ.


«Δεν περιμένουμε να εφαρμοστούν αυτές οι συνεννοήσεις ή συμφωνίες. Περιμένουμε τη νίκη. Περιμένουμε να υλοποιηθούν οι δικοί μας στόχοι», ανέφερε σε συνέντευξή του στον δημοσιογράφο Πάβελ Ζαρούμπιν, υπογραμμίζοντας ότι η στάση της Μόσχας παραμένει σταθερή και βασίζεται στις πάγιες θέσεις της για τη σύγκρουση.


Σύμφωνα με τον Γιούρι Ουσάκοφ, κατά τη συνάντηση στο Άνκορατζ υπήρξαν συγκεκριμένες συνεννοήσεις και κάθε πλευρά είχε αναλάβει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Ωστόσο, όπως υποστήριξε, μία από τις δύο πλευρές αποδείχθηκε ανίκανη να εφαρμόσει πλήρως όσα είχαν συμφωνηθεί.


Η Μόσχα έχει επανειλημμένα διατυπώσει τις προϋποθέσεις της για μια διευθέτηση του ουκρανικού ζητήματος.


Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η αποχώρηση των ουκρανικών στρατευμάτων από τις περιοχές που η Ρωσία θεωρεί πλέον δικό της έδαφος, καθώς και η οριστική εγκατάλειψη της προοπτικής ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ.


Το Κίεβο και οι δυτικοί σύμμαχοί του απορρίπτουν αυτές τις απαιτήσεις, επιδιώκοντας διαφορετικό πλαίσιο λύσης.


Παρά τις δηλώσεις της Ουάσιγκτον ότι εξακολουθεί να επιδιώκει μια ειρηνική διευθέτηση της κρίσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζουν ότι έχουν ταχθεί υπέρ της Ουκρανίας.


«Έχουμε ξεκάθαρα πάρει θέση», παραδέχθηκε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο κατά τη διάρκεια ακρόασης σε επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Αναφερόμενος στην Ευρώπη, ο Γιούρι Ουσάκοφ υποστήριξε ότι εξακολουθεί να υιοθετεί εχθρική στάση απέναντι στη Ρωσία, ενώ οι εκκλήσεις της για διαπραγματεύσεις θυμίζουν, όπως είπε, τις Συμφωνίες του Μινσκ, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν τελικά για να δοθεί χρόνος στην Ουκρανία να ενισχύσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες.


Η βρώμικη εμπλοκή της Ευρώπης έθαψε την ειρήνη


Από την πλευρά του, ο πολιτικός επιστήμονας Βλαντίμιρ Ζαράλα εκτίμησε ότι οι εξελίξεις του τελευταίου καλοκαιριού συνδέονται άμεσα με την ευρωπαϊκή εμπλοκή.

Όπως υποστήριξε, οι ευρωπαϊκές χώρες οργάνωσαν την παραγωγή μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones) και παρείχαν την τεχνολογία που τα μετέτρεψε σε όπλα μέσου βεληνεκούς, κάτι που – όπως σημείωσε – δεν θα ήταν δυνατό χωρίς τα αμερικανικά συστήματα πλοήγησης.


Κατά τον ίδιο, οι Ευρωπαίοι παρουσιάζουν τις επιχειρήσεις με drones ως απόδειξη ότι η Ουκρανία βρίσκεται κοντά στη νίκη, παρά το γεγονός ότι, όπως υποστηρίζει, η πραγματικότητα στο πεδίο των επιχειρήσεων είναι διαφορετική.


Ο Βλαντίμιρ Ζαράλα θεωρεί ότι στο Άνκορατζ οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχείρησαν για πρώτη φορά να κατανοήσουν με σαφήνεια ποιες είναι οι πραγματικές επιδιώξεις της Ρωσίας.


Κατά την άποψή του, η Μόσχα επανέλαβε τις ίδιες θέσεις που είχε διατυπώσει από την έναρξη της «Ειδική Στρατιωτική Επιχείρηση»: διασφάλιση των εθνικών συμφερόντων της και εξάλειψη οποιασδήποτε μελλοντικής απειλής που θα μπορούσε να προέρχεται από το ουκρανικό έδαφος.


Ο ίδιος εκτιμά ότι ο Ντόναλντ Τραμπ αντιλήφθηκε πως οι συγκεκριμένες απαιτήσεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν βάση για διαπραγμάτευση.


Ωστόσο, όταν οι αμερικανικές προτάσεις μεταφέρθηκαν στην ουκρανική πλευρά, το Κίεβο, έπειτα από διαβουλεύσεις με τους Ευρωπαίους συμμάχους του, τις απέρριψε.


Η πίεση στον Ζελένσκι μέσω των υποθέσεων διαφθοράς


Στη συνέχεια, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχείρησαν να ασκήσουν πίεση μέσω υποθέσεων διαφθοράς στην Ουκρανία.

Όπως αναφέρεται, αμερικανικές υπηρεσίες αποκάλυψαν μεγάλης έκτασης υποθέσεις υπεξαίρεσης που φέρονται να συνδέονταν με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι.


Η ουκρανική πλευρά, σύμφωνα πάντα με την ανάλυση, κατάφερε να περιορίσει τις συνέπειες αυτών των αποκαλύψεων με τη στήριξη των Ευρωπαίων, ενώ η εντατική χρήση drones παρουσιάστηκε ως ένδειξη ότι η Ουκρανία εξακολουθεί να διατηρεί την επιχειρησιακή πρωτοβουλία.


Κατά τον Βλαντίμιρ Ζαράλα, η Ρωσία περίμενε ένα διάστημα προκειμένου να διαπιστώσει εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούσαν να επιβάλουν την εφαρμογή όσων είχαν συμφωνηθεί.


Ωστόσο, η προσοχή της Ουάσιγκτον έχει πλέον στραφεί στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις ενόψει των εκλογών, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητά της να διαχειριστεί ενεργά την ουκρανική κρίση.


Ο ίδιος υποστηρίζει ότι το βασικό στοιχείο των συμφωνιών του Άνκορατζ ήταν η απαίτηση της Ρωσίας για ουσιαστικές εγγυήσεις ασφαλείας.

«Σήμερα, πραγματικές εγγυήσεις μπορούν να προσφερθούν μόνο μέσω της ισχύος. Υπήρξαν συμφωνίες που στηρίζονταν σε αποτρεπτική δύναμη, ώστε να μην επαναληφθεί αντίστοιχη κατάσταση στην Ουκρανία», ανέφερε.


Σχολιάζοντας την επανέναρξη της συζήτησης για διαπραγματεύσεις από τον Ντόναλντ Τραμπ, ο Βλαντίμιρ Ζαράλα υποστήριξε ότι οι συνομιλίες είναι αναπόφευκτες.

«Είτε θα πρόκειται για διαπραγματεύσεις που θα οδηγήσουν στην παράδοση του ουκρανικού στρατού είτε για συνομιλίες σχετικά με μια συμφωνία ειρήνης και εγγυήσεων ασφαλείας. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρσουν διαπραγματεύσεις, αλλά με ποιον μπορούν να διεξαχθούν», δήλωσε.


Κατά την εκτίμησή του, οι σημερινές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν εμφανίζονται διατεθειμένες να αναγνωρίσουν τα ρωσικά συμφέροντα ασφαλείας, ενώ υπενθύμισε ότι ο βασικός στρατηγικός στόχος των Ηνωμένες Πολιτείες παραμένει, όπως υποστηρίζει, ο περιορισμός της ισχύος της Κίνας.


Ο Βλαντίμιρ Ζαράλα καταλήγει ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέδειξε μια στενότερη συνεργασία μεταξύ Ρωσίας και Κίνας, η οποία, κατά την άποψή του, προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία στην Ουάσιγκτον.


Σύμφωνα με την ανάλυσή του, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφεύγουν σημαντικές παραχωρήσεις προς τη Μόσχα, καθώς θεωρούν ότι κάτι τέτοιο θα αποδυνάμωνε τη συνολική στρατηγική τους έναντι του Πεκίνου και θα έθετε σε κίνδυνο τους μακροπρόθεσμους γεωπολιτικούς τους στόχους.


Κατάρρευση ενός πλαισίου συνεννόησης


Η αλλαγή της ρητορικής του Ντόναλντ Τραμπ μετά τη σύνοδο κορυφής της G7 θεωρείται στη ρωσική πρωτεύουσα ως ένδειξη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκαταλείπουν οριστικά όσα η Μόσχα αποκαλούσε «Πνεύμα του Άνκορατζ» – μια άτυπη πολιτική συνεννόηση που, κατά τη ρωσική εκτίμηση, θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν συμβιβασμό με βάση τους συσχετισμούς που έχουν διαμορφωθεί στο πεδίο των επιχειρήσεων.


Κατά τη ρωσική προσέγγιση, το «Πνεύμα του Άνκορατζ» δεν αποτελούσε μια επίσημη συμφωνία, αλλά ένα πλαίσιο πολιτικής κατανόησης μεταξύ Ντόναλντ Τραμπ και Βλαντίμιρ Πούτιν.


Σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, ο Τραμπ θα ασκούσε πίεση στον Βολοντίμιρ Ζελένσκι ώστε να αποδεχθεί μια σταδιακή αποχώρηση από το Ντονμπάς, περιορίζοντας τη στρατιωτική, οικονομική και πληροφοριακή υποστήριξη προς το Κίεβο.


Σε αντάλλαγμα, η Ρωσία θα μπορούσε να προχωρήσει σε κατάπαυση του πυρός, ανοίγοντας τον δρόμο για μια ευρύτερη επαναπροσέγγιση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η συγκεκριμένη εκτίμηση δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ επίσημα από την αμερικανική πλευρά.

Αντίθετα, η Ουάσιγκτον απέφυγε να αναγνωρίσει την ύπαρξη οποιασδήποτε δεσμευτικής συμφωνίας.


Παρ' όλα αυτά, στη Μόσχα επικράτησε η πεποίθηση ότι υπήρχε μια πολιτική συνεννόηση η οποία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε πραγματική διαπραγμάτευση.


Σύμφωνα με Ρώσους αναλυτές, αυτή η προσδοκία επηρέασε σημαντικά τους υπολογισμούς του Κρεμλίνου κατά τους τελευταίους μήνες.


Η ρωσική ηγεσία απέφυγε κινήσεις γενικευμένης κλιμάκωσης, θεωρώντας ότι υπήρχε ακόμη περιθώριο για μια πολιτική διευθέτηση με τον Ντόναλντ Τραμπ, εφόσον εκείνος επανερχόταν στον Λευκό Οίκο με ενισχυμένη πολιτική νομιμοποίηση.


Το προηγούμενο των Συμφωνιών του Μινσκ


Στη ρωσική σκέψη, η δυσπιστία απέναντι στις δυτικές δεσμεύσεις δεν είναι καινούργια ούτε βεβαίως αδικαιολόγητη.

Αντίθετα, θεωρείται ότι επιβεβαιώθηκε από τις εξελίξεις γύρω από τις Συμφωνίες του Μινσκ.


Ο Σεργκέι Λαβρόφ υπενθύμισε πρόσφατα ότι δεν επιθυμεί να πιστέψει πως και το «Άνκορατζ» χρησιμοποιήθηκε απλώς ως μέσο αγοράς χρόνου για τον επανεξοπλισμό της Ουκρανίας, όπως συνέβη με τις Συμφωνίες του Μινσκ.


Η αναφορά του συνδέεται με τη δημόσια παραδοχή της πρώην καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ, η οποία είχε δηλώσει το 2022 ότι οι συμφωνίες εκείνες έδωσαν χρόνο στην Ουκρανία να ενισχύσει τις ένοπλες δυνάμεις της.


Η συγκεκριμένη δήλωση χρησιμοποιείται συχνά στη ρωσική επιχειρηματολογία ως απόδειξη ότι η Δύση αξιοποιεί τις διαπραγματεύσεις όχι για την επίτευξη ειρήνης, αλλά για την ενίσχυση της στρατιωτικής θέσης των συμμάχων της.


Ο Βλαντίμιρ Πούτιν είχε σχολιάσει τότε ότι η Ρωσία εξαπατήθηκε, υποστηρίζοντας ότι η Μόσχα είχε επιδείξει υπομονή και διάθεση συμβιβασμού χωρίς να υπάρξει αντίστοιχη ειλικρίνεια από τη δυτική πλευρά.


Παράλληλα, ο ίδιος είχε προειδοποιήσει ήδη από το καλοκαίρι του 2022 ότι οι Ρώσοι στρατηγικοί αναλυτές δεν πρέπει να βασίζουν τις εκτιμήσεις τους σε «ευσεβείς πόθους».

Για τον λόγο αυτό, πολλοί στη Ρωσία πίστευαν ότι το Κρεμλίνο δεν θα επέτρεπε να επαναληφθεί ένα αντίστοιχο σενάριο.


Ωστόσο, σύμφωνα με τη ρωσική ανάλυση, η εξέλιξη των γεγονότων δείχνει πως η Μόσχα επένδυσε και πάλι στην πιθανότητα μιας πολιτικής συμφωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.


Η μεταστροφή του Ντόναλντ Τραμπ


Μετά τη σύνοδο της G7, όμως, η εικόνα αυτή φαίνεται να ανατράπηκε.

Οι δημόσιες τοποθετήσεις του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στον Βολοντίμιρ Ζελένσκι έγιναν αισθητά πιο ήπιες, ενώ παράλληλα η στάση του απέναντι στη Ρωσία εμφανίστηκε πιο αυστηρή.


Η υπογραφή της κοινής ανακοίνωσης της G7, η οποία προβλέπει συνέχιση της στρατιωτικής υποστήριξης προς την Ουκρανία και περαιτέρω πίεση προς τη Ρωσία, θεωρήθηκε από πολλούς Ρώσους αναλυτές ως η οριστική διάψευση των προσδοκιών που είχαν καλλιεργηθεί μετά το Άνκορατζ.


Στην ίδια κατεύθυνση ερμηνεύθηκαν και οι πληροφορίες ότι ο Τραμπ φέρεται να προέτρεψε τον Ζελένσκι να ενεργήσει «πιο τολμηρά» απέναντι στις ρωσικές δυνάμεις, μετά τα πρόσφατα ουκρανικά πλήγματα μεγάλης εμβέλειας.


Παρότι ο Λευκός Οίκος δεν ανακοίνωσε δραστική αύξηση της στρατιωτικής βοήθειας ούτε νέες κυρώσεις αντίστοιχες με εκείνες που ζητούσαν ορισμένοι Ευρωπαίοι σύμμαχοι, στη Μόσχα θεωρείται ότι το βασικό πολιτικό μήνυμα ήταν διαφορετικό: οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν προτίθενται πλέον να πιέσουν το Κίεβο να αποδεχθεί εδαφικές παραχωρήσεις στο Ντονμπάς.


Έτσι, σύμφωνα με Ρώσους αναλυτές, το «Πνεύμα του Άνκορατζ» δεν έχει απλώς αποδυναμωθεί• έχει ουσιαστικά καταρρεύσει.


Η αλλαγή στρατηγικής και οι νέες προτεραιότητες


Αντί μιας πιθανής πολιτικής διευθέτησης, διαμορφώνεται πλέον ένα νέο πλαίσιο μακροχρόνιας στρατηγικής αντιπαράθεσης, στο οποίο η Δύση επιδιώκει να ενισχύσει σταδιακά τις δυνατότητες της Ουκρανίας, ενώ η Ρωσία καλείται να αποφασίσει αν θα συνεχίσει τη φθορά ή αν θα επιδιώξει μια πιο αποφασιστική κλιμάκωση με στόχο την επιβολή των δικών της όρων.


Σύμφωνα με Ρώσους αναλυτές, η μεταβολή της στάσης του Ντόναλντ Τραμπ δεν αποτελεί μια ξαφνική αλλαγή ιδεολογικών πεποιθήσεων ούτε μια πλήρη στροφή υπέρ της Ουκρανίας.


Αντιθέτως, εκτιμάται ότι πρόκειται για μια αναθεώρηση της σχέσης πολιτικού κόστους και οφέλους, βασισμένη στις εξελίξεις του πολέμου και στους νέους συσχετισμούς ισχύος τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ.


Κατά τη ρωσική ανάγνωση, όσο ο Τραμπ θεωρούσε ότι υπήρχε η δυνατότητα μιας γρήγορης συμφωνίας με τη Μόσχα, η δημόσια ρητορική του επικεντρωνόταν στην ανάγκη άμεσου τερματισμού του πολέμου και στη μείωση του οικονομικού βάρους που επωμίζονται οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Μια τέτοια εξέλιξη θα του επέτρεπε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως τον ηγέτη που έβαλε τέλος σε έναν δαπανηρό πόλεμο, εξασφαλίζοντας παράλληλα μια νέα στρατηγική σχέση με τη Ρωσία.


Ωστόσο, σύμφωνα με την ίδια εκτίμηση, η Μόσχα δεν ήταν διατεθειμένη να προσφέρει μια συμφωνία που θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως προσωπικός πολιτικός θρίαμβος του Αμερικανού προέδρου.


Το Κρεμλίνο συνέχισε να επιμένει ότι οποιαδήποτε διαπραγμάτευση θα έπρεπε να βασίζεται στις στρατιωτικές πραγματικότητες οι οποίες έχουν διαμορφωθεί στο πεδίο των επιχειρήσεων και στις πάγιες ρωσικές απαιτήσεις για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Κατά συνέπεια, υποστηρίζουν Ρώσοι σχολιαστές, ο Τραμπ άρχισε να αντιμετωπίζει την Ουκρανία όχι ως πρόβλημα που έπρεπε να επιλυθεί άμεσα, αλλά ως μέσο άσκησης πίεσης προς τη Ρωσία.


Η οικονομική διάσταση της αμερικανικής πολιτικής


Στη ρωσική ανάλυση δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στα οικονομικά κίνητρα πίσω από τη νέα αμερικανική στάση.

Υποστηρίζεται ότι η συνέχιση της στρατιωτικής υποστήριξης προς το Κίεβο δεν συνεπάγεται απαραίτητα αυξημένο οικονομικό βάρος για την Ουάσιγκτον, εφόσον το μεγαλύτερο μέρος του κόστους μεταφέρεται πλέον στους Ευρωπαίους συμμάχους.

Η Ευρώπη καλείται να χρηματοδοτήσει μεγαλύτερο μέρος της βοήθειας προς την Ουκρανία, να αυξήσει τις αμυντικές της δαπάνες και να προμηθευτεί σημαντικές ποσότητες αμερικανικών οπλικών συστημάτων.


Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη σχολή σκέψης, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν την ηγετική τους θέση στο ΝΑΤΟ, ενισχύουν τη δική τους αμυντική βιομηχανία και ταυτόχρονα συνεχίζουν να ασκούν πίεση στη Ρωσία χωρίς να εμπλέκονται άμεσα με χερσαίες δυνάμεις.


Ρώσοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι αυτή η στρατηγική επιτρέπει στον Τραμπ να υποστηρίζει ενώπιον της αμερικανικής κοινής γνώμης ότι δεν «χρηματοδοτεί επ' αόριστον» τον πόλεμο της Ουκρανίας, αλλά αξιοποιεί την ευρωπαϊκή συμμετοχή για να εξυπηρετήσει ευρύτερα αμερικανικά συμφέροντα.


Η στρατηγική του «πολέμου φθοράς»


Κατά τη ρωσική εκτίμηση, οι εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον επιστρέφει σε μια στρατηγική παρατεταμένης αντιπαράθεσης.

Στόχος αυτής της προσέγγισης, σύμφωνα με Ρώσους στρατηγικούς αναλυτές, δεν είναι απαραίτητα μια άμεση στρατιωτική νίκη της Ουκρανίας, αλλά η σταδιακή αύξηση του κόστους που καλείται να πληρώσει η Ρωσία για τη συνέχιση του πολέμου.


Η ενίσχυση των ουκρανικών δυνατοτήτων πλήγματος μεγάλου βεληνεκούς, η συνέχιση των κυρώσεων, η πίεση στην ενεργειακή οικονομία της Ρωσίας και οι προσπάθειες απομόνωσής της στη διεθνή σκηνή θεωρούνται στοιχεία μιας ενιαίας στρατηγικής φθοράς.


Παράλληλα, η δημιουργία ενός νέου «cordon sanitaire» γύρω από τη Ρωσία —μέσω της ενίσχυσης της στρατιωτικής παρουσίας του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη και της εμβάθυνσης της συνεργασίας με χώρες της περιοχής— εκλαμβάνεται στη Μόσχα ως προσπάθεια μακροχρόνιου περιορισμού της ρωσικής επιρροής.


Οι επιλογές του Κρεμλίνου


Σύμφωνα με τη ρωσική στρατηγική συζήτηση, η κατάρρευση του «Πνεύμα του Άνκορατζ» αφήνει πλέον στη Μόσχα τρεις βασικές επιλογές.

Η πρώτη είναι η συνέχιση της σημερινής στρατηγικής, διατηρώντας τον ρυθμό των επιχειρήσεων και επιδιώκοντας τη σταδιακή εξάντληση των ουκρανικών δυνατοτήτων.


Η επιλογή αυτή θεωρείται ασφαλέστερη πολιτικά, αλλά ενέχει τον κίνδυνο ενός παρατεταμένου πολέμου με αυξανόμενο οικονομικό και στρατιωτικό κόστος.

Η δεύτερη επιλογή είναι το προσωρινό πάγωμα της σύγκρουσης μέσω μιας συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός.


Ωστόσο, αρκετοί Ρώσοι αναλυτές εμφανίζονται ιδιαίτερα επιφυλακτικοί απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επαναλάβει το προηγούμενο των Συμφωνιών του Μινσκ, δίνοντας στην Ουκρανία χρόνο να ανασυγκροτήσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες.


Η τρίτη επιλογή είναι η αποφασιστική κλιμάκωση των επιχειρήσεων με στόχο την ταχύτερη επιβολή των ρωσικών όρων.


Στη ρωσική στρατηγική βιβλιογραφία, η προσέγγιση αυτή περιγράφεται συχνά ως «κλιμάκωση με σκοπό την αποκλιμάκωση», δηλαδή η αύξηση της στρατιωτικής πίεσης ώστε να εξαναγκαστεί ο αντίπαλος σε διαπραγματεύσεις από δυσμενέστερη θέση.


Ένα νέο σημείο καμπής


Σύμφωνα με Ρώσους αναλυτές, η περίοδος κατά την οποία υπήρχε προσδοκία μιας πολιτικής συνεννόησης με την Ουάσιγκτον φαίνεται να έχει ολοκληρωθεί.


Η δημόσια στάση του Ντόναλντ Τραμπ μετά τη σύνοδο της G7 ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιλέγουν, τουλάχιστον προς το παρόν, να συνεχίσουν τη στήριξη προς την Ουκρανία αντί να επιδιώξουν έναν συμβιβασμό που θα λάμβανε υπόψη τις βασικές ρωσικές απαιτήσεις.


Υπό αυτές τις συνθήκες, η τελική έκβαση της σύγκρουσης θα καθοριστεί πρωτίστως από τις εξελίξεις στο πεδίο των επιχειρήσεων και λιγότερο από τις δημόσιες δηλώσεις ή τις διπλωματικές πρωτοβουλίες.


Από τη σκοπιά αυτή, η στρατιωτική ισορροπία εξακολουθεί να θεωρείται ο καθοριστικός παράγοντας που θα διαμορφώσει τους όρους οποιασδήποτε μελλοντικής διαπραγμάτευσης μεταξύ Μόσχας και Κιέβου.


Και η ρωσική απάντηση αναμένεται να είναι πειστική και εμφατική για τη Δύση.

Σχόλια


ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ και ΜΕΙΝΕΤΕ...ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΟΙ

Thanks for submitting!

  • Grey Twitter Icon
  • Grey LinkedIn Icon
  • Grey Facebook Icon

© 2024 by Pirinos Logios. Powered and secured by Wix

bottom of page