2026: Η Χρονιά που τελειώνει η προσποίηση της "ειρήνης"!
- sergioschrys
- πριν από 24 ώρες
- διαβάστηκε 16 λεπτά
Ο Τραμπ, ο Μαδούρο, η CIA, ο Ζελένσκι και η Ρωσία που Πολεμά Ακόμη κι Όταν Αιμορραγεί

Το 2026 δεν ανατέλλει ως νέο έτος, αλλά ως έτος - κρίσιμη καμπή. Δεν φέρνει μαζί του την ψευδαίσθηση της «επιστροφής στην κανονικότητα», αλλά τη βίαιη συνειδητοποίηση ότι η κανονικότητα όπως τη γνωρίσαμε έχει ήδη τελειώσει...

Οι μάσκες πέφτουν, οι ρόλοι συγχέονται και η παγκόσμια σκηνή γεμίζει αντιφάσεις που δεν μπορούν πλέον να κρυφτούν πίσω από δελτία τύπου, συνόδους κορυφής και διπλωματικές φράσεις. Η Ουκρανία αιμορραγεί, η Ρωσία προελαύνει, η Δύση παίζει διπλό παιχνίδι και οι «ειρηνοποιοί» αποδεικνύονται οι πιο επικίνδυνοι παίκτες του τραπεζιού.
Αυτό το κείμενο δεν γράφεται για να προβλέψει ημερομηνίες ή να χαϊδέψει στρατόπεδα. Γράφεται για να αποτυπώσει τη στιγμή όπου η προσποίηση τελειώνει. Όπου οι αυτοκρατορίες αποκαλύπτουν τα όριά τους, οι περιφερειακές δυνάμεις δοκιμάζονται από τον πειρασμό της ύβρεως και οι λαοί συνειδητοποιούν ότι πληρώνουν αποφάσεις που δεν πήραν.
Το 2026 δεν είναι απλώς ένα έτος στο ημερολόγιο. Είναι το σημείο όπου η Ιστορία επιστρέφει, όχι για να εξηγήσει, αλλά για να κρίνει...
H...απρόσμενη "εισβολή"
Το 2026 δεν μπήκε. Εισέβαλε. Με τον τρόπο που εισβάλλουν οι κρίσεις που δεν χτυπούν την πόρτα, αλλά την ξηλώνουν. Η Ουκρανία φλέγεται για τέταρτο χρόνο και η παγκόσμια τάξη πραγμάτων, όπως οικοδομήθηκε μετά το 1991, δείχνει πλέον καθαρά τα ρήγματά της. Οι ΗΠΑ παίζουν το αρχαιότερο και πιο κυνικό παιχνίδι ισχύος: Άλλα λένε, άλλα κάνουν και άλλα επιδιώκουν. Και το 2026 είναι η χρονιά που αυτή η τριπλή υποκρισία παύει να κρύβεται.
Ο Ντόναλντ Τράμπ, ο άνθρωπος που ήρθε στην προεδρία των ΗΠΑ σαρώνοντας τους πάντες και τα πάντα στο πέρασμα του, δίνοντας ελπίδα σε όλη την πατριωτική πτέρυγα των λαών της Δύσης, εμφανίζεται δημοσίως ως... «ειρηνοποιός», επιπλήττοντας τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι για την αποκοτιά του να πλήξει, όπως λέγεται, ακόμη και την κατοικία του Βλαδίμηρου Πούτιν με drones. Την ίδια ακριβώς στιγμή όμως, οι αποκαλύψεις αμερικανικών μέσων δείχνουν ότι η CIA δεν περιορίζεται πλέον σε «υποστήριξη», αλλά έχει πλήρη επιχειρησιακή εμπλοκή στον σχεδιασμό και την καθοδήγηση ουκρανικών πληγμάτων κατά ρωσικών ενεργειακών υποδομών, τάνκερ, διυλιστηρίων και ναυτιλιακών κόμβων, από τη Μαύρη Θάλασσα έως τη Μεσόγειο.
Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον παίζει «ειρήνη» στο μικρόφωνο και «κλιμάκωση» στα παρασκήνια. Δεν πρόκειται για αντίφαση. Πρόκειται για δόγμα.
Το αμερικανικό σύστημα δεν άλλαξε γραμμή ούτε με τον Tράμπ παρά τις όποιες ελπίδες ακόμη και των ίδιων των αμερικανών. Κι ούτε πρόκειται να αλλάξει ποτέ, εκ των συμφραζόμενων.
Η Ουκρανία παραμένει τελικά εργαλείο. Όχι φυσικά για να νικήσει, αυτό έχει ήδη κριθεί. Αλλά για να αιμορραγεί η Ρωσία σε βάθος χρόνου. Και μαζί της να αιμορραγεί και η Ευρώπη, παγιδευμένη σε μια μόνιμη εξάρτηση από το NATO, την αμερικανική ενέργεια και τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφάλειας.
Η εντολή προς το Κίεβο είναι σαφής και αμείλικτη: "Συνεχείστε τα χτυπήματα. Μην αφεθεί το ρωσικό βαρέλι να κυλήσει ανεμπόδιστα προς την Ασία. Μην αφεθεί η Κίνα να αναπνέει χωρίς αμερικανική άδεια. Χτυπήστε τη shadow fleet*, δηλαδή τα τάνκερ, τις ασφαλιστικές αλυσίδες, τις θαλάσσιες αρτηρίες. Ο πόλεμος δεν είναι πια μόνο στο Ντονμπάς, είναι ενεργειακός, ναυτιλιακός, οικονομικός, παγκόσμιος".
Στην επιφάνεια, όλα μοιάζουν αντιφατικά. Ο Tράμπ «βλέπει θετικά» μεν την ... αποκλιμάκωση αλλά ταυτόχρονα δηλώνει ότι οι ΗΠΑ «κερδίζουν» από τον πόλεμο. Ο Zελένσκι συμμετέχει σε τηλεδιασκέψεις περί ειρήνης με Αμερικανούς απεσταλμένους και την ίδια ημέρα ουκρανικά UAV πλήττουν ρωσικά δεξαμενόπλοια κοντά στη Λιβύη και την Κρήτη. Η Ευρώπη μιλά κι αυτή για ...αποκλιμάκωση(!), ενώ στο Ντονμπάς τα συστήματα HIMARS συνεχίζουν να βάλλουν νύχτα και μέρα.
Μόνο που αυτή η εικόνα δεν έχει σχέση με σύγχυση. Είναι η κανονικότητα της αμερικανικής ισχύος.
Η δημόσια ρητορική ως θέατρο ή αλλιώς, η πραγματική πολιτική ως σκιά
Η δημόσια ρητορική είναι πράγματι ένα - κακόγουστο μεν, αλλά - θέατρο. Η πραγματική πολιτική γράφεται αλλού: στα καλώδια των διασυνδέσεων, στα μυστικά briefings των υπογείων, στα σήματα των υπηρεσιών πληροφοριών, στις χρηματορροές και στα ενεργειακά συμβόλαια. Και αυτή η πολιτική δεν έχει μετακινηθεί ούτε χιλιοστό από το 2022. Ο στόχος παραμένει διπλός: Να μη νιώσει ποτέ η Ρωσία ότι μπορεί να κερδίσει καθαρά και να μη νιώσει ποτέ η Ευρώπη ότι μπορεί να σταθεί χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Όμως εδώ ακριβώς εμφανίζεται το στρατηγικό λάθος της Ουάσιγκτον. Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν τη Ρωσία σαν μια δύναμη του Ψυχρού Πολέμου, σαν ένα κράτος που λειτουργεί αποκλειστικά με όρους κόστους–οφέλους, που μετρά απώλειες σε πίνακες excel και κάνει πίσω όταν το παιχνίδι σκληραίνει.
Αλλά η Ρωσία ούτε είναι αυτό που νομίζει η Ουάσιγκτον, ούτε κάνενα απ' αυτά τα think tank της κλωτσιάς και του μπάτσου. Και όποιος το πιστεύει αυτό, δεν έχει καταλάβει τίποτα από την ιστορία της.
Η Ρωσία δεν είναι απλώς ένα ακόμη κράτος που τυγχάνει να κατέχει τεράστια έκταση. Είναι η ίδια ένας πολιτισμός πολέμου. Ένας πολιτισμός που σφυρηλατήθηκε μέσα από αιώνες εισβολών, καταστροφών, ταπεινώσεων και επανόρθωσης. Είναι ο ίδιος λαός που έθαψε τα στρατεύματα του Ναπολέοντα μέσα στον χειμώνα, όχι επειδή είχε καλύτερα όπλα, αλλά επειδή είχε μεγαλύτερη αντοχή και ένα σχεδόν μυστικιστικό ένστικτο επιβίωσης. Είναι ο ίδιος λαός που συνέτριψε το Τρίτο Ράιχ όχι στα επιτελεία, αλλά στα ερείπια του Στάλινγκραντ, όταν η Δύση θεωρούσε τον Χίτλερ ανίκητο.
Η ρωσική στρατηγική δεν είναι μόνο ορθολογισμός. Είναι μνήμη. Και η μνήμη αυτή λέει ένα πράγμα: "ακόμη κι όταν αιμορραγώ, δεν σταματώ. Όταν ο εχθρός περιμένει να κουραστώ, εγώ αντεπιτίθεμαι. Όταν ο χειμώνας σκοτώνει, εγώ προχωρώ".
Αυτή ακριβώς η ανθεκτικότητα είναι που τρομάζει την Ουάσιγκτον. Όχι τα όπλα της Ρωσίας, αλλά το γεγονός ότι δεν παίζει με τον χρόνο όπως παίζουν οι Δυτικοί. Αλλά τον αντέχει.
Ο άξονας Χερσώνα–Μικολάεφ–Οδησσός: Γεωγραφία ή πεπρωμένο;
Στο ανατολικό μέτωπο, εκεί όπου οι λέξεις χάνουν το βάρος τους μπροστά στους αριθμούς των απωλειών και στην κόπωση των σωμάτων, η εικόνα δεν επιδέχεται εξωραϊσμό. Η ρωσική προέλαση στο Ντονέτσκ δεν είναι πια μια αργή, μεθοδική μετακίνηση γραμμών. Πρόκειται στην ουσία για μια διάβρωση της ουκρανικής άμυνας από μέσα προς τα έξω.
Πόλεις–φρούρια που επί μήνες παρουσιάζονταν ως «απόρθητες» μετατρέπονται σε διαδρόμους υποχώρησης, ενώ οι εφεδρείες δεν επαρκούν ούτε ποσοτικά, ούτε ψυχικά για να κλείσουν τα κενά. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται στη Zαπορίζιε, όπου η ρωσική κίνηση μέσα από στέπες και βαλτώδη εδάφη αποδομεί το αφήγημα της «σταθερής άμυνας» και αποκαλύπτει την πραγματική κατάσταση: Ένας στρατός κουρασμένος, με εξαντλημένη διοίκηση και με την πρωτοβουλία χαμένη.
Η κατάρρευση αυτή δεν είναι μόνο υλική. Είναι κυρίως ηθική. Η μαζική λιποταξία δεν αφορά πλέον απλούς στρατιώτες, αλλά φτάνει και σε αξιωματικούς, ακόμη και σε μονάδες που μέχρι πρότινος θεωρούνταν αιχμής. Όταν ο αξιωματικός παύει να πιστεύει στο νόημα της αποστολής, το μέτωπο παύει να είναι γεωγραφία και γίνεται ψυχολογία. Η Ουκρανία συνεχίζει να μάχεται, αλλά μάχεται όλο και περισσότερο για να κερδίσει χρόνο, όχι για να ανατρέψει την έκβαση. Και αυτό το γνωρίζουν όλοι. Στο Κίεβο, στην Ουάσιγκτον, στις Βρυξέλλες, και ασφαλώς στη Μόσχα.
Η πραγματική στρατηγική γραμμή, όμως, δεν χαράσσεται μόνο στα χαρακώματα του Ντονέτσκ. Χαράσσεται νοτιότερα, στον άξονα Χερσώνα–Μικολάιβ–Οδησσός.
Εκεί όπου η Ιστορία συναντά τη γεωπολιτική και η γεωπολιτική μετατρέπεται σε πεπρωμένο.
Η Χερσώνα δεν είναι μόνο ένα απλώς σημείο ελέγχου ποταμών και γεφυρών. Είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο. Είναι το κλειδί για την κάθοδο προς τη Μαύρη Θάλασσα. Το Μικολάεφ δεν είναι απλώς ναυπηγικό κέντρο. Είναι ο πνεύμονας της ουκρανικής πρόσβασης στο νότιο τόξο. Και η Οδησσός. Που δεν είναι απλώς άλλη μια πόλη. Αλλά σύμβολο, πύλη και κόμβος.
Για τη Ρωσία, ο έλεγχος αυτού του άξονα είναι πολύ απλά, υπαρξιακός στόχος. Σημαίνει ασφάλεια στη Μαύρη Θάλασσα, απρόσκοπτη ναυσιπλοΐα, στρατηγικό βάθος και ιστορική συνέχεια. Σημαίνει επίσης την αποκοπή της Ουκρανίας από τη θάλασσα και τη μετατροπή της σε κράτος χωρίς γεωοικονομική ανάσα.
Για τη Δύση, η απώλεια αυτού του άξονα ισοδυναμεί με γεωπολιτική ήττα, γιατί αποκαλύπτει τα όρια της ισχύος της όταν αυτή δεν συνοδεύεται από αποφασιστικότητα επί του πεδίου, αλλά λειτουργεί με proxy army και με τη σιγουριά ότι δε θα πέσει καμμιά οβίδα στο κεφάλι κανενός.
Η Οδησσός μ' άλλα λόγια, είναι με σφραγίδα και βουλοκέρι, η μητέρα όλων των μαχών γιατί συμπυκνώνει όσα διακυβεύονται στον 21ο αιώνα. Δεν είναι μόνο λιμάνι, είναι κόμβος πολιτισμών, ενεργειακών ροών και ναυτιλιακών δικτύων. Αν η Ρωσία την ελέγξει και πάλι, αν την ενσωματώσει και πάλι στη ρωσική επικράτεια (κάτι που το δικαιούται απόλυτα, ιστορικά και πολιτισμικά), μετατρέπει τη Μαύρη Θάλασσα σε ελεγχόμενη λεκάνη, περιορίζει ασφυκτικά την Ουκρανία και δημιουργεί έναν γεωπολιτικό διάδρομο που φτάνει έως την Ανατολική Μεσόγειο. Αν δεν την ελέγξει, διατηρεί ένα μόνιμο αγκάθι στην ιστορική της νότια πτέρυγα. Γι’ αυτό και οι «ειρηνευτικές» δηλώσεις δεν έχουν ουσία. Διότι όλοι γνωρίζουν ότι η τελική κρίση θα δοθεί εκεί.
Η μάχη για την Οδησσό, είναι βέβαιο ότι δεν θα κριθεί μόνο με όπλα. Θα κριθεί με χρόνο, αντοχή και πολιτική βούληση. Και εδώ ακριβώς παίζει η ρωσική κουλτούρα πολέμου. Αυτή δηλαδή η ικανότητα στο να αντέχει και να επιστρέφει αποκτώντας καθοριστικό ρόλο. Η ιστορία δείχνει ότι όταν η Ρωσία αποφασίσει πως ένα έδαφος αφορά την ταυτότητά της, δεν υποχωρεί επειδή αυξάνεται το κόστος. Αντιθέτως, προσαρμόζεται και συνεχίζει.
Όσον αφορά τώρα τη πατρίδα μας, για τον ελληνικό χώρο δηλαδή, όλα αυτά δεν είναι καθόλου, μα καθόλου μακρινά. Κάθε αναδιάταξη στη Μαύρη Θάλασσα μεταβάλλει τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Κάθε πλήγμα σε shadow fleet* και ενεργειακές ροές, αγγίζει άμεσα τα ελληνικά λιμάνια, τη ναυτιλία, την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών. Η Ελλάδα, είτε το επιθυμεί είτε όχι, βρίσκεται στη σκιά μιας σύγκρουσης που μετακινείται νοτιότερα, προς τα δικά της νερά. Και όσο η Δύση επιλέγει την κλιμάκωση μέσω πληρεξουσίων, τόσο η γεωγραφία παύει να είναι ουδέτερη.
Μπορεί η Ρωσία εν τέλει να νικήσει ολοκληρωτικά; Και ποιος μπορεί πράγματι να τη σταματήσει;
Το ερώτημα δεν είναι αν η Ρωσία αντέχει. Αυτό το έχει αποδείξει επανειλημμένα. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να νικήσει ολοκληρωτικά την Ουκρανία υπό συνθήκες διαρκούς εξωτερικής παρεμβολής.
Η απάντηση, όσο δυσάρεστη κι αν ακούγεται στη Δύση, είναι ΝΑΙ, όχι όμως με όρους κεραυνοβόλου κατάληψης, αλλά με όρους φθοράς, χρόνου και σταδιακής αποδόμησης. Η Ρωσία μ' άλλα λόγια, δεν κυνηγά εικόνες. Κυνηγά αποτελέσματα. Και τα αποτελέσματα μετρώνται σε εδάφη-κλειδιά, σε διαδρόμους ανεφοδιασμού, σε θαλάσσιες εξόδους, σε αντοχή κοινωνιών.
Μπορεί ο Τράμπ και το NATO να τη σταματήσουν;
Στρατιωτικά, μόνο με άμεση εμπλοκή που θα άνοιγε την πόρτα σε γενικευμένη σύγκρουση (αυτό ακριβώς επιθυμούν να συμβεί και η Διεθνιστική συμμορία του Νταβός) με αμφίβολα όμως αποτελέσματα, διότι ναι μεν η Δύση έχει έναν μεγάλο αριθμό συμμάχων, αλλά η Ρωσία είναι η υπερδύναμη των όπλων, οπότε...όποιο αποτέλεσμα και να βγεί, το σκόρ θα είναι ισόπαλο ή λίγο πιο καλύτερο για τη Ρωσία. Πολιτικά, μόνο αν είχαν ενιαία βούληση οι Δυτικοί, κάτι που δεν υφίσταται. Οικονομικά, το όπλο έχει ήδη αμβλυνθεί. Κυρώσεις που επαναλαμβάνονται συνεχώς, χάνουν το δόντι τους όταν ο αντίπαλος προσαρμόζεται, ανακατευθύνει ροές και αλλάζει νομίσματα. Το πραγματικό ουσιαστικά στοίχημα της Δύσης, ήταν ο χρόνος. Εκεί έχασε. Ο χρόνος, όπως όλα δείχνουν, εργάζεται υπέρ της Μόσχας.
Βενεζουέλα: Το άλλο μέτωπο που αποκαλύπτει το αληθινό αμερικανικό δόγμα. Η ανάνδρη ισχύς και το μπούμερανγκ
Μέσα σε αυτό το παγκόσμιο σκηνικό, η επιχείρηση εξόντωσης του Nίκολας Μαδούρο στη Βενεζουέλα, δεν είναι ούτε παρένθεση, ούτε κίνηση ενστίκτου. Είναι αποκάλυψη. Αποκαλύπτει ένα δόγμα ωμής ισχύος, όπου η αλλαγή καθεστώτος και η αρπαγή πόρων παρουσιάζονται ως «αποκατάσταση νομιμότητας».
Η επιχείρηση αυτή, με τον τρόπο που εκτελέστηκε και παρουσιάστηκε, έδειξε ότι η Ουάσιγκτον δεν ενδιαφέρεται πια ούτε καν για το πρόσχημα. Και αυτό έχει συνέπειες που υπερβαίνουν τη Λατινική Αμερική.
Διότι κάθε τέτοια κίνηση, σπρώχνει τη Ρωσία και την Κίνα σε μεγαλύτερη σύμπλευση, επιταχύνει την αποδολαριοποίηση, ενισχύει τα εναλλακτικά μπλοκ ισχύος και αποδυναμώνει τη δυτική ηγεμονία εκεί όπου αυτή ήταν ήδη εύθραυστη.
Με άλλα λόγια, η Βενεζουέλα δεν αποδυναμώνει σε καμμιά περίπτωση τους αντιπάλους της Ουάσιγκτον. Το αντίθετο μάλιστα. Τους συσπειρώνει.
Οι επιχειρήσεις των ΗΠΑ τύπου Βενεζουέλας—ωμές, μονομερείς, με στόχο την αρπαγή πόρων και την αλλαγή καθεστώτος—απέχουν πολύ από το να είναι επίδειξη δύναμης. Επί της ουσίας, είναι παραδοχή αδυναμίας. Η «ειδική επιχείρηση» κατά του Μαδούρο — και ναί, δεν πρόκειται απλά και μόνο μπίζντες για τον Τράμπ, είναι επί προσωπικού—δεν έστειλε μήνυμα φόβου στους αντιπάλους της Ουάσιγκτον. Έστειλε μήνυμα συναγερμού. Έδειξε ότι η αμερικανική ισχύς, ανέκαθεν προτιμά το πλιάτσικο από τη στρατηγική και το στιγμιαίο κέρδος από τη μακρά σταθερότητα. Και κάθε τέτοια κίνηση λειτουργεί ως συγκολλητική ουσία για τους άλλους.
Θα τους αφήσουν λοιπόν τους Αμερικάνους οι Ρώσοι και οι Κινέζοι;
Η απάντηση βρίσκεται ήδη μπροστά μας.
Η σύμπλευση Μόσχας–Πεκίνου δεν είναι καν ιδεολογική. Η Ρωσία εχει στείλει ήδη προ πολλού στα τσακίδια τον κομμουνισμό. Η σύμπλευση αυτή είναι καθαρά επιβιωτική.
Η Κίνα αποβλέπει στην αποσταθεροποίηση της Δύσης, με σκοπό να αρπάξει την ευκαιρία να κατοχυρώσει εμπορικούς και ενεργειακούς διαδρόμους, να θωρακίσει την περιφέρειά της και να επιταχύνει την πολυπολικότητα.
Και η Ρωσία από την άλλη πλευρά, βλέπει χώρο να ολοκληρώσει τους στρατηγικούς της στόχους χωρίς να υποκύψει σε εκβιασμούς.
Έτσι λοιπόν, όσες «Βενεζουέλες» επιχειρεί ο Τράμπ, στην ουσία σφίγγει αυτόν τον άξονα και είναι σαφώς εις βάρος του. Μπορεί ο συμπαθής — κατά τα άλλα — ξανθός να ζεί ακόμη στη δεκαετία του '80, αλλά ας του πεί κάποιος απ τους συμβουλάτορες του, ότι εν έτει 2026, οι συσχετισμοί έχουν αλλάξει ριζικά και οι...δυνατοί έχουν αυξηθεί. Και ζητάνε μεγάλο μετρικό απ' τη πίτα.
Μέση Ανατολή: Το υπόγειο μέτωπο και το Ιράν
Στη Μέση Ανατολή, το επόμενο ντόμινο είναι ορατό. Οι ισραηλινοί σχεδιασμοί για υπόγεια αποσταθεροποίηση του Ιράν δεν είναι μυστικό.
Το ερώτημα είναι το timing και το κόστος.
Η απόπειρα ανατροπής του Αλί Χαμενεΐ δεν θα είναι «καθαρή». Θα ανοίξει πολλαπλά μέτωπα, θα κινητοποιήσει περιφερειακούς παίκτες και θα φέρει τη σύγκρουση πιο κοντά σε θαλάσσιες οδούς κρίσιμες για την παγκόσμια ενέργεια. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ρωσία και η Κίνα δεν θα παραμείνουν θεατές. Όχι από αλληλεγγύη, αλλά από καθαρό υπολογισμό. Διότι μια ανεξέλεγκτη Μέση Ανατολή ανατινάζει αγορές, διαδρόμους και ισορροπίες.
Ο αγγλοευρωπαϊκός παράγοντας και ο τουρκικός πειρασμός
Υπάρχει ένας παράγοντας που δεν μπορεί να αγνοηθεί, γιατί ιστορικά λειτουργεί πάντοτε υπόγεια και ποτέ αθώα. Ο ρόλος της Αγγλίας (Ηνωμένο Βασίλειο) και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως επιταχυντών ρίσκου στην τουρκική συμπεριφορά, ιδίως όταν οι δυτικοί αντιλαμβάνονται ότι χάνουν τον έλεγχο της Μαύρη Θάλασσα.
Αν η ρωσική προέλαση εδραιωθεί στον άξονα Μικολάιβ–Οδησσός, τότε η Δύση δεν θα αναζητήσει απλώς διπλωματική «αποκλιμάκωση». Θα αναζητήσει αντιστάθμιση ισχύος. Και η προφανής δεξαμενή αυτής της αντιστάθμισης είναι η Τουρκία ως «νοτιοανατολική πτέρυγα» του NATO.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η πίεση προς την Άγκυρα να ευθυγραμμιστεί με ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά και αμυντικά σχήματα, όπως το πρόγραμμα SAFE, όχι ως τεχνική διευκόλυνση αλλά ως πολιτικό δέλεαρ.
Η λογική είναι παλιά και δοκιμασμένη. Δίνεις πρόσβαση, υποσχέσεις και «ρόλο», ζητάς ανταλλάγματα σε γεωγραφία και ρίσκο. Η Τουρκία παρουσιάζεται ως ο μόνος παίκτης που μπορεί να «μπλοκάρει» ρωσικές εξελίξεις από τον νότο, να πιέσει θαλάσσιες οδούς, να απειλήσει γραμμές ανεφοδιασμού και να δημιουργήσει θόρυβο εκεί όπου η Δύση δεν μπορεί να εμφανιστεί ευθέως χωρίς κλιμάκωση.
Εδώ γεννάται το επικίνδυνο ερώτημα που τίθεται και είναι απολύτως θεμιτό. Θα μπορούσε ένα τέτοιο «οκ», πιθανόν άτυπο και κάτω από το τραπέζι, να μεταφραστεί σε ανοχή για τουρκικές διεκδικήσεις εις βάρος της ελληνικής ΑΟΖ, είτε στην Κρήτη, είτε στο Καστελλόριζο, είτε στη Ρόδο;
Η ιστορική εμπειρία λέει ότι τέτοιες ανοχές δεν δίνονται ποτέ γραπτώς. Δίνονται με σιωπές, καθυστερήσεις, «κατανόηση των ανησυχιών» και με το διαβόητο άλλοθι της «αποφυγής γενικευμένης σύγκρουσης». Και σε περιόδους συστημικού πανικού, όπως εκείνη που διαμορφώνεται αν η Δύση χάσει πλήρως τη Μαύρη Θάλασσα, αυτά τα εργαλεία ενεργοποιούνται.
Το προηγούμενο του 1941-42, δεν είναι απλή ιστορική αναφορά σε κάποιο πολεμικό αρχείο, αλλά ακριβές υπόδειγμα συμπεριφοράς.
Τότε, εκείνη την άκρως ταραγμένη εποχή όπου οι Αγγλοσάξωνες τα είχαν χαμένα εντελώς, πίεζαν την Τουρκία να μπει στον πόλεμο, τάζοντάς της εδάφη ελληνικά, τη Θράκη και τα Δωδεκάνησα, σε μια κυνική προσπάθεια να ανοίξουν νέο μέτωπο. Ο τότε πρωθυπουργός της Τουρκίας όμως, ο Ισμέτ Ινονού, είπε ένα στρατηγικό ΟΧΙ, όχι από φιλελληνισμό, αλλά επειδή διέκρινε τη διπροσωπία. Ότι δηλαδή στο τέλος, αν οι συσχετισμοί άλλαζαν, οι ίδιοι που υπόσχονταν όλα αυτά θα τον άφηναν εκτεθειμένο, ευνοώντας τελικά την Ελλάδα. Και πράγματι, η Τουρκία έμεινε εκτός και γλίτωσε την ιστορική παγίδα.
Το ερώτημα είναι αν σήμερα υπάρχει αντίστοιχη δίοδος σε μια μετα-Ερντογανική Τουρκία, γιατί ο παμπόνηρος Πόντιος δεν έχει καμμιά εμπιστοσύνη στους κύναιδους Εγγλέζους.
Με τον Χακάν Φιντάν όμως ως πιθανό διάδοχο, το προφίλ αλλάζει. Δεν μιλάμε για έναν πολιτικό που σκέφτεται με όρους εσωτερικής λαϊκής νομιμοποίησης, αλλά για έναν άνθρωπο των υπηρεσιών, των δικτύων και των μυστικών συνεννοήσεων. Αυτό καθιστά το σενάριο πιο επικίνδυνο, όχι γιατί εγγυάται επιθετικότητα, αλλά γιατί αυξάνει την πιθανότητα υβριδικών κινήσεων με «διεθνή κατανόηση» και περιορισμένη ορατότητα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, μια ελεγχόμενη κρίση στο Καστελλόριζο ή μια πίεση γύρω από την Κρήτη εις βάρος της Ελλάδας, ναι, θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως «αναγκαία εξισορρόπηση» της απώλειας της Μαύρης Θάλασσας για το ΝΑΤΟ.
Ωστόσο, εδώ πρέπει να ειπωθεί καθαρά το αντίβαρο. Μια τέτοια επιλογή θα ήταν υπαρξιακό ρίσκο για την ίδια την Τουρκία.
Η σύμπραξη Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, η ελληνική ναυτική και αεροπορική αποτροπή και κυρίως η αβεβαιότητα της δυτικής στήριξης σε περίπτωση κλιμάκωσης δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου το «πράσινο φως» δεν είναι ποτέ εγγύηση επιβίωσης. Η ιστορία του 1942 δείχνει ότι οι υποσχέσεις δίνονται εύκολα, αλλά οι πλάτες σπάνε γρήγορα όταν αλλάζει ο άνεμος.
Συμπερασματικά, ναι, η πίεση Αγγλίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Τουρκία ως αντιστάθμισμα της ρωσικής κυριαρχίας στη Μαύρη Θάλασσα είναι απολύτως ρεαλιστικό σενάριο. Και ναί, θα μπορούσε να συνοδευτεί από άτυπες ανοχές σε τουρκικές κινήσεις στην ελληνική περιφέρεια.
Αλλά ακριβώς γι’ αυτό, το ελληνικό δόγμα δεν μπορεί να βασίζεται στην «καλή θέληση» των δυτικών, ούτε στη λογική ότι η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Η Ιστορία επαναλαμβάνεται, όχι ως φάρσα, αλλά ως δοκιμασία για όσους ξεχνούν πώς παίζονται τα μεγάλα παιχνίδια.
Και το 2026, όπως δείξαμε από την αρχή, είναι η χρονιά που αυτές οι δοκιμασίες παύουν να είναι θεωρητικές.
Επίλογος – Όταν τελειώνει η προσποίηση
Εν κατακλείδι, το 2026 δεν θα φέρει ειρήνη. Θα φέρει...αποκάλυψη!
Η προσποίηση τελειώνει. Η Αμερική παίζει ταυτόχρονα ειρηνοποιό και σκιώδη δύναμη. Η Ευρώπη αιωρείται ανάμεσα στον φόβο και την εξάρτηση. Η Ουκρανία πολεμά για λογαριασμό άλλων. Η Ρωσία βαδίζει με τον τρόπο που μόνο εκείνη ξέρει: με υπομονή, πείσμα και τη βεβαιότητα ότι ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος—είναι σύμμαχος.
Και εδώ, στο κατώφλι της Ιστορίας, επανέρχονται οι προφητείες των Γερόντων όχι ως ημερολόγιο τρόμου, αλλά ως προειδοποίηση για την ύβρι. Όταν οι αυτοκρατορίες παίζουν με τη φωτιά, όταν το δίκαιο γίνεται εργαλείο και η ισχύς αυτοσκοπός, ο κόσμος εισέρχεται σε δοκιμασία καθαρτική. Όχι επειδή «πρέπει», αλλά επειδή δεν μπορεί αλλιώς.
Η πόλη-κλειδί για το άναμμα του φυτιλιού, έχει όνομα. Οδησσός. Όποιος την κρατήσει, κρατά το νήμα της Μαύρης Θάλασσας. Κι όποιος κρατά τη Μαύρη Θάλασσα, κρατά ένα μεγάλο κομμάτι του 21ου αιώνα.
Η Ιστορία λοιπόν γράφεται ήδη. Όχι πλέον στα τηλεοπτικά πάνελ ή στα ραδιοφωνικά μικρόφωνα. Αλλά στους δρόμους, στα λιμάνια, στα στενά των θαλασσών. Εκεί όπου, για άλλη μια φορά, τελειώνει η προσποίηση.
Το 2026 θα είναι η αφετηρία των φοβερών εξελίξεων. Οι δυτικοί καλοπερασάκηδες, καλό θα είναι να το καταλάβουν και να το πάρουν απόφαση πως το "πάρτυ" και οι "ξεφρενες νύχτες" τελείωσαν. Και μαζί μ' αυτούς κι εμείς οι...νεοδυτικοί νεο-έλληνες "ελληνόφωνοι" που η κάθε μας πρόταση στον προφορικό λόγο τουλάχιστον, οπωσδήποτε περιλαμβάνει και μια...αγγλικούρα.
Τα ψέμματα τελείωσαν.
Κι αν πιστέψουμε και τους Αγίους του 20ού αιώνα, οι συνέπειες αυτών των εξελίξεων θα είναι τραγικές. Για όλη τη Δύση που τόλμησε να αμφισβητήσει τον ίδιο τον Θεό, βρίζοντας τον σε καθημερινή βάση. Οι Αρχάγγελοι ήδη τροχάνε τις σπάθες τους. Κι αλίμονο σε όποιους τύχει να βρεθούν πάνω στον μακάριο ύπνο της αμαρτίας. Ούτε και θέλω να σκεφτώ το τι τους περιμένει.
Επαγρύπνιση λοιπόν και στελέχωση συμπατριώτες μου. Και ξέρετε κάτι; Ήδη μυρίζω την αύρα που έρχεται απ' τον Κεράτιο.
Κι ας με πείτε πάλι για νιοστή φορά...ψεκασμένο.
Πύρινος Λόγιος sergioschrys@outlook.com
*shadow fleet=Αγγλικός όρος για τους "σκιώδεις στόλους". Ο «σκιώδης στόλος» αναφέρεται σε ένα δίκτυο πλοίων που λειτουργούν παράνομα ή ημπαράνομα, συχνά παλιά και ανασφάλιστα, για να παρακάμψουν τις διεθνείς κυρώσεις (κυρίως στη Ρωσία) και να μεταφέρουν πετρέλαιο και άλλα προϊόντα, χρησιμοποιώντας τεχνικές όπως η απόκρυψη ταυτότητας πλοίου, η χειραγώγηση δεδομένων εντοπισμού και η χρήση εταιρειών-βιτρινών εκτός ΕΕ/G7
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Η αντοχή των αυτοκρατοριών, τα όρια της ισχύος και ο "τουρκικός πειρασμός" στον 21ο αιώνα
Η Ρωσία δεν είναι απλώς ένα κράτος που πολέμησε πολύ. Είναι μια ιστορική οντότητα που διαμορφώθηκε μέσα από πολέμους τους οποίους δεν επέλεξε πάντα, αλλά σχεδόν πάντοτε άντεξε. Η μακρά ακολουθία των ρωσοτουρκικών πολέμων, από τον 17ο έως τον 19ο αιώνα, δεν αποτυπώνει μόνο τη σταδιακή παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και τη ρωσική ικανότητα να μετατρέπει την επιμονή σε γεωπολιτικό αποτέλεσμα. Δεν επρόκειτο για κεραυνοβόλες νίκες, αλλά για έναν αργό, επαναλαμβανόμενο μηχανισμό φθοράς, όπου κάθε σύγκρουση άφηνε τη Ρωσία λίγο πιο παρούσα στη Μαύρη Θάλασσα και την Οθωμανική ισχύ λίγο πιο εξαντλημένη. Η ρωσική στρατηγική δεν στηρίχθηκε ποτέ στο θέαμα. Στηρίχθηκε στη διάρκεια.
Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε με διαφορετική ένταση το 1812, όταν η Γαλλία του Ναπολέοντα εισέβαλε σε βάθος στη ρωσική επικράτεια. Εκεί, η Ρωσία δεν νίκησε επειδή είχε ανώτερα όπλα ή καλύτερη διοίκηση, αλλά επειδή αρνήθηκε να ηττηθεί με τους όρους του εισβολέα. Παρέδωσε έδαφος, θυσίασε πόλεις, απορρόφησε το πλήγμα και περίμενε. Όταν ο χρόνος, το κλίμα και η απόσταση μετατράπηκαν σε εχθρούς της Μεγάλης Στρατιάς, η ρωσική αντοχή αποδείχθηκε ισχυρότερη από τη γαλλική ιδιοφυΐα. Η υποχώρηση του Ναπολέοντα δεν ήταν απλώς στρατιωτική ήττα· ήταν η απόδειξη ότι η Ρωσία δεν συντρίβεται όταν χάνει μάχες, αλλά όταν χάνει τη μνήμη της. Και αυτό δεν συνέβη.
Στον 20ό αιώνα, η σύγκρουση με τη ναζιστική Γερμανία ανέδειξε αυτή τη λογική σε ακραίο βαθμό. Η Σοβιετική Ένωση πλήρωσε ένα κόστος που ξεπερνά κάθε δυτική κλίμακα αποτίμησης, αλλά έσπασε τον μύθο του ανίκητου. Το Στάλινγκραντ δεν υπήρξε απλώς στρατιωτικό σημείο καμπής. Υπήρξε ψυχολογική και πολιτισμική δήλωση. Ακόμη κι όταν αιμορραγεί σε επίπεδο που θα κατέρρεε κάθε άλλη κοινωνία, η ρωσική κρατική και κοινωνική δομή συνεχίζει. Αυτή η ιδιαιτερότητα δεν είναι προϊόν ιδεολογίας, αλλά ιστορικής εμπειρίας. Η Ρωσία έχει μάθει να επιβιώνει μέσα στην καταστροφή, όχι να την αποφεύγει.
Απέναντι σε αυτή τη διαδρομή, η αμερικανική εμπειρία πολέμου παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική φύση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τεράστια στρατιωτική ισχύ και έχουν διαμορφώσει εκβάσεις σε παγκόσμιο επίπεδο, σχεδόν πάντοτε όμως μέσα από συμμαχικά σχήματα και με γεωγραφική ασφάλεια που τους επιτρέπει την αποχώρηση χωρίς υπαρξιακό κίνδυνο. Όταν κλήθηκαν να πολεμήσουν μακριά από την πατρίδα τους, εναντίον κοινωνιών με βαθιά εθνική συνοχή και αντοχή, το αποτέλεσμα δεν ήταν στρατηγική νίκη αλλά πολιτικό τραύμα. Το Βιετνάμ παραμένει το κλασικό παράδειγμα. Υπεροπλία, τεχνολογική ανωτερότητα, και στο τέλος αποχώρηση με βαριά κοινωνική και πολιτική κληρονομιά γιατί τόλμησε να αμφισβητήσει έναν λαό που πολύ απλά, ζούσε αιώνες μεταξύ σφύρας και άκμονος.
Το Αφγανιστάν επανέλαβε το ίδιο μοτίβο σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα. Είκοσι χρόνια εμπλοκής, τεράστιο οικονομικό κόστος, ανθρώπινες απώλειες και τελική κατάρρευση του οικοδομήματος μέσα σε λίγες ημέρες.
Αυτή η σύγκριση δεν γίνεται για να εξιδανικευθεί η Ρωσία ή να δαιμονοποιηθούν οι ΗΠΑ. Γίνεται για να καταδειχθεί μια κρίσιμη διαφορά: η Ρωσία πολεμά συχνά με τη λογική της ιστορικής επιβίωσης, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες πολεμούν συχνά με τη λογική της διαχείρισης ισχύος. Όταν το κόστος ξεπεράσει το πολιτικά ανεκτό όριο, η Ουάσιγκτον αποσύρεται. Η Μόσχα, αντιθέτως, έχει αποδείξει ότι ανεβάζει το όριο αντοχής της αντί να υποχωρεί.
Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο εντάσσεται και η σημερινή Τουρκία, η οποία βρίσκεται σε μια ενδιάμεση, επικίνδυνα ρευστή θέση. Διαθέτει σημαντική στρατιωτική βιομηχανία, αριθμητική ισχύ και φιλοδοξία περιφερειακής ηγεμονίας, αλλά ταυτόχρονα αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά, κοινωνικά και θεσμικά όρια. Η Άγκυρα δεν είναι αδύναμη, αλλά δεν είναι και αυτάρκης. Και ακριβώς αυτή η μερική ισχύς την καθιστά ευάλωτη σε πιέσεις και δελεασμούς από ισχυρότερους παίκτες.
Το συμπέρασμα αυτού του ιστορικού Παραρτήματος είναι σαφές και σκληρό. Η Ρωσία έχει αποδείξει, μέσα από αιώνες πολέμων, ότι είναι από τα πιο ανθεκτικά «σκληρά καρύδια» της υφηλίου.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποδείξει ότι δυσκολεύονται να μετατρέψουν την ισχύ σε βιώσιμη νίκη όταν απέναντί τους υπάρχει κοινωνία αντοχής. Και η Τουρκία βρίσκεται σήμερα μπροστά σε έναν ιστορικό πειρασμό, ανάλογο με εκείνον του 1942. Το αν θα επαναλάβει την αυτοσυγκράτηση του Ινονού ή θα υποκύψει σε έναν νέο, πιο σύνθετο δελεασμό, δεν θα κριθεί από τη ρητορική, αλλά από το αν η ηγεσία της αντιληφθεί έγκαιρα ότι οι μεγάλες δυνάμεις δεν μοιράζουν εδάφη, αλλά μόνο ρίσκο.
Και αυτό το ρίσκο, στην παρούσα συγκυρία, είναι υπερβολικά μεγάλο για όποιον πιστέψει ότι μπορεί να παίξει χωρίς να καεί.






Σχόλια