H Ρωσία ...σοβάρεψε πολύ! Το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να την αντιμετωπίσει!
Οι Ρώσοι πλεον έχουν σοβαρέψει...πολύ! Χτυπούν τον «ομφάλιο λώρο» της Ουκρανίας και το αφήγημα είναι: "Στόχος τα... σύνορα του ΝΑΤΟ"!

Ο πόλεμος αλλάζει επίπεδο και κλιμακώνεται σταδιακά: Ρωσικά πλήγματα στις «φλέβες» που ενώνουν Ουκρανία και ΝΑΤΟ
Η σταδιακή διεύρυνση της γεωγραφίας των ρωσικών πληγμάτων στην Ουκρανία δείχνει ότι ο πόλεμος εισέρχεται σε μια νέα φάση, στην οποία η Μόσχα δεν περιορίζεται πλέον στην καταστροφή στρατιωτικών μονάδων,αποθηκών πυρομαχικών, εργοστασίων ή ενεργειακών εγκαταστάσεων, αλλά στρέφεται με αυξανόμενη ένταση προς το δίκτυο που επιτρέπει στην Ουκρανία να παραμένει συνδεδεμένη με τη Δύση.
Σιδηροδρομικοί κόμβοι, συνοριακές διαβάσεις, λιμάνια, αποθήκες, κέντρα logistics, πρατήρια καυσίμων και διαδρομές μεταφοράς δυτικού στρατιωτικού υλικού αποκτούν πλέον πολύ μεγαλύτερη σημασία στον ρωσικό σχεδιασμό.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια προσπάθεια να πληγούν όχι μόνο οι ουκρανικές δυνάμεις στο πεδίο της μάχης, αλλά και οι «αρτηρίες» που τις τροφοδοτούν.
Η διαφοροποίηση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή οι κρίσιμες γραμμές ανεφοδιασμού της Ουκρανίας βρίσκονται κυρίως προς τα δυτικά, δηλαδή στις περιοχές που συνδέουν τη χώρα με την Πολωνία, τη Ρουμανία, τη Μολδοβίακαι κατ’ επέκταση με το ευρύτερο σύστημα στρατιωτικής και οικονομικής υποστήριξης του ΝΑΤΟ.
Με αυτόν τον τρόπο, τα ρωσικά πλήγματα μετακινούνται όλο και πιο κοντά σε ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο γεωγραφικό όριο: δεν περνούν απαραίτητα σε έδαφος κρατών-μελών της Συμμαχίας, αλλά φτάνουν στα σημεία όπου ουκρανικές και νατοϊκές γραμμές εφοδιασμού ουσιαστικά συναντώνται.
Το Γιαγκοντίν ως σύμβολο της νέας ρωσικής στρατηγικής
Το περιστατικό στην περιοχή Γιαγκοντίν–Ντοροχούσκ, στα σύνορα Ουκρανίας και Πολωνίας, είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αλλαγής. Ρωσικά πλήγματα σημειώθηκαν σε μικρή απόσταση από την πολωνική επικράτεια, σε μια περιοχή που αποτελεί βασικό κόμβο μεταφοράς ανθρώπων, εμπορευμάτων και στρατιωτικού υλικού από την Ευρώπη προς την Ουκρανία.
Η ρωσική πλευρά έχει δηλώσει ότι τέτοιες υποδομές χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά στρατιωτικών φορτίων από ευρωπαϊκές χώρες και, επομένως, θεωρούνται νόμιμοι στρατιωτικοί στόχοι στο πλαίσιο της ρωσικής πολεμικής λογικής.
Η σημασία του Γιαγκοντίν όμως δεν περιορίζεται στη στρατιωτική του χρησιμότητα. Πρόκειται για σημείο που βρίσκεται σχεδόν πάνω στη γραμμή επαφής της Ουκρανίας με το ΝΑΤΟ και, επομένως, κάθε ρωσικό πλήγμα εκεί αποκτά αναπόφευκτα πολιτική διάσταση. Όταν ένα drone ή ένας πύραυλος πλήττει στόχο λίγα χιλιόμετρα ή ακόμη και εκατοντάδες μέτρα από την Πολωνία, η Βαρσοβία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το γεγονός ως ένα ακόμη επεισόδιο του πολέμου στην ανατολική Ουκρανία.
Είναι υποχρεωμένη να παρακολουθεί την πορεία των ρωσικών όπλων, να ενεργοποιεί αεράμυνα, να απογειώνει μαχητικά και να προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο ενός λάθους, μιας απόκλισης ή μιας εσκεμμένης κλιμάκωσης.
Ακριβώς γι’ αυτό το περιστατικό με το τρένο στην περιοχή απέκτησε τόσο μεγάλη δημοσιότητα. Λίγο νωρίτερα είχε περάσει από την ίδια ζώνη συρμός στον οποίο επέβαιναν ο πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας Μπόρις Τζόνσον, ο πρώην πρωθυπουργός της Σουηδίας Καρλ Μπιλντ και άλλοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, ενώ στην ευρύτερη περιοχή βρισκόταν και ο πρώην επικεφαλής της CIA Ντέιβιντ Πετρέους.
Το γεγονός αυτό τροφοδότησε αμέσως υποψίες και εικασίες για πιθανή προσπάθεια στοχευμένου πλήγματος εναντίον υψηλόβαθμων δυτικών προσώπων. Ωστόσο, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι αυτοί ήταν ο πραγματικός στόχος. Η ρωσική εκδοχή επιμένει ότι το ενδιαφέρον επικεντρωνόταν στις σιδηροδρομικές υποδομές και στις στρατιωτικές μεταφορές.
Ανεξάρτητα όμως από το ποια ήταν η ακριβής πρόθεση, το στρατηγικό αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο: Η Ρωσία δείχνει ότι είναι διατεθειμένη να πλήττει τις γραμμές ανεφοδιασμού της Ουκρανίας ακόμη και όταν αυτές βρίσκονται κυριολεκτικά δίπλα στα σύνορα του ΝΑΤΟ.
Δεν πρόκειται ακόμη για άμεση επίθεση στο ΝΑΤΟ, αλλά η απόσταση μικραίνει
Είναι κρίσιμο να γίνει μια σαφής διάκριση. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι η Ρωσία έχει ξεκινήσει συστηματική στρατιωτική εκστρατεία εναντίον τακτικών μονάδων του ΝΑΤΟ ή εγκαταστάσεων μέσα στηνΠολωνία, τη Ρουμανία ή άλλο κράτος-μέλος της Συμμαχίας.
Τα περισσότερα πλήγματα σημειώνονται εντός ουκρανικού εδάφους και στρέφονται εναντίον υποδομών που η Μόσχα θεωρεί ότι χρησιμοποιούνται για τη στρατιωτική υποστήριξη των Ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων.Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το ΝΑΤΟ βρίσκεται έξω από την εξίσωση.
Αντιθέτως, η Ρωσία φαίνεται να επιδιώκει να ασκήσει πίεση ακριβώς στα σημεία όπου η ουκρανική πολεμική προσπάθεια εξαρτάται περισσότερο από τη Συμμαχία. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μια ζώνη εξαιρετικά υψηλού κινδύνου, στην οποία η Μόσχα μπορεί να χτυπά ουκρανικές υποδομές στρατηγικής σημασίας χωρίς να περνά τυπικά το κατώφλι μιας άμεσης επίθεσης σε νατοϊκό έδαφος.
Πρόκειται για μια λεπτή αλλά εξαιρετικά επικίνδυνη ισορροπία. Η Ρωσία μπορεί να επιχειρεί να καταστρέψει έναν σιδηροδρομικό κόμβο στην ουκρανική πλευρά των συνόρων, αλλά η Πολωνία είναι υποχρεωμένη να αντιμετωπίζει κάθε τέτοιο πλήγμα σαν ενδεχόμενη απειλή για τη δική της επικράτεια.
Η ίδια λογική ισχύει για τη Ρουμανία και τη Μολδαβία, όπου ρωσικά drones ή επιθέσεις κοντά στα σύνορα έχουν κατά καιρούς οδηγήσει σε συναγερμούς, προσωρινό κλείσιμο συνοριακών περασμάτων και αυξημένη στρατιωτική ετοιμότητα.Αυτή ακριβώς είναι η ιδιαιτερότητα της νέας φάσης του πολέμου: Η Ρωσία δεν χρειάζεται να βομβαρδίσει μια βάση του ΝΑΤΟ για να αναγκάσει το ΝΑΤΟ να αντιδράσει. Αρκεί να πλήττει τις υποδομές που βρίσκονται ακριβώς δίπλα του.
Η Ουκρανία εξαρτάται από τις δυτικές αρτηρίες ανεφοδιασμού
Η στρατηγική σημασία των επιθέσεων αυτών γίνεται μεγαλύτερη αν εξεταστεί η πραγματική δομή της ουκρανικής πολεμικής οικονομίας. Η Ουκρανία έχει αναπτύξει σημαντική εγχώρια παραγωγή drones, πυρομαχικών και άλλων συστημάτων, ωστόσο παραμένει βαθιά εξαρτημένη από τη δυτική στρατιωτική βοήθεια.
Συστήματα αεράμυνας, πυρομαχικά πυροβολικού, ανταλλακτικά, οχήματα, εξειδικευμένος εξοπλισμός και μεγάλος όγκος οικονομικής υποστήριξης φτάνουν στη χώρα από την Ευρώπη και άλλους δυτικούς εταίρους.Όλα αυτά πρέπει να μεταφερθούν φυσικά στο ουκρανικό έδαφος.
Και αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν συγκεκριμένες πύλες εισόδου, συγκεκριμένοι σιδηρόδρομοι, συγκεκριμένοι αυτοκινητόδρομοι, συγκεκριμένες αποθήκες και συγκεκριμένα λιμάνια.
Όσο περισσότερα από αυτά τα σημεία τίθενται υπό πίεση, τόσο αυξάνεται το κόστος της μεταφοράς και τόσο δυσκολότερη γίνεται η ομαλή τροφοδοσία του μετώπου.Αυτό είναι και το βασικό στρατηγικό πλεονέκτημα μιας τέτοιας προσέγγισης. Η καταστροφή ενός άρματος μάχης ή ενός πυροβόλου έχει τοπική αξία.
Η καταστροφή ενός σιδηροδρομικού κόμβου ή ενός μεγάλου κέντρου logistics μπορεί να επηρεάσει δεκάδες ή εκατοντάδες μεταφορές. Ακόμη και αν η υποδομή δεν καταστραφεί ολοκληρωτικά, η ανάγκη για επισκευές, η αλλαγή δρομολογίων, η ενεργοποίηση αεράμυνας και η προσωρινή διακοπή της κυκλοφορίας μπορούν να δημιουργήσουν καθυστερήσεις και επιπλέον κόστος.
Σε αυτό το επίπεδο, ο πόλεμος παύει να αφορά μόνο το ποιος καταστρέφει περισσότερα άρματα ή ποιος καταλαμβάνει περισσότερα χωριά. Αφορά το ποιος μπορεί να διαταράξει περισσότερο την ικανότητα του αντιπάλου να συνεχίσει να πολεμά σε βάθος χρόνου.
Η ίδια στρατηγική λογική διακρίνεται στις επαναλαμβανόμενες επιθέσεις εναντίον της Οδησσού, του Τσερνομόρσκ και άλλων λιμενικών εγκαταστάσεων. Τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας δεν αποτελούν μόνο οικονομικές πύλες για την Ουκρανία, αλλά και κρίσιμα σημεία για την είσοδο εξοπλισμού, εμπορευμάτων, καυσίμων και υλικών. Παράλληλα, αποτελούν βασικό στοιχείο της ουκρανικής εξαγωγικής οικονομίας, ιδιαίτερα στον αγροτικό τομέα.
Η πίεση στα λιμάνια εξυπηρετεί επομένως διπλό στόχο. Από τη μία πλευρά περιορίζει τις δυνατότητες μεταφοράς και logistics, ενώ από την άλλη επιβαρύνει την οικονομία της χώρας, μειώνοντας τις δυνατότητές της να χρηματοδοτεί τον πόλεμο και να διατηρεί τη λειτουργία κρίσιμων τομέων.
Όταν σε αυτή την εικόνα προστεθούν οι επιθέσεις σε αποθήκες, σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις και πλοία που, σύμφωνα με τη ρωσική πλευρά, εμπλέκονται σε στρατιωτικές μεταφορές, γίνεται σαφές ότι η Μόσχα αντιμετωπίζει πλέον το δίκτυο διακίνησης υλικού ως ενιαίο στρατηγικό στόχο. Δεν την ενδιαφέρει μόνο τι βρίσκεται ήδη στο μέτωπο, αλλά και τι πρόκειται να φτάσει εκεί τις επόμενες ημέρες ή εβδομάδες.
Το Κίεβο και ο πόλεμος κατά της καθημερινής υποδομής
Στην ίδια εικόνα εντάσσονται και οι επιθέσεις σε αποθηκευτικούς χώρους, πρατήρια καυσίμων και άλλες εγκαταστάσεις στο Κίεβο και σε άλλες μεγάλες πόλεις. Τα καύσιμα μπορεί να μην έχουν την εντυπωσιακή εικόνα ενός εργοστασίου πυραύλων ή μιας στρατιωτικής βάσης, αλλά αποτελούν θεμελιώδες στοιχείο κάθε πολεμικής προσπάθειας.
Χωρίς καύσιμα δεν κινούνται στρατιωτικά οχήματα, φορτηγά ανεφοδιασμού, γεννήτριες, μηχανήματα και μεταφορικά μέσα.Η συστηματική πίεση σε αυτές τις υποδομές μπορεί σταδιακά να δημιουργήσει προβλήματα που δεν είναι θεαματικά, αλλά είναι εξαιρετικά σημαντικά.
Ένα σύστημα logistics δεν καταρρέει απαραίτητα από ένα μεγάλο χτύπημα. Μπορεί να διαβρωθεί από δεκάδες μικρότερα πλήγματα που αυξάνουν τις καθυστερήσεις, το κόστος και την ανάγκη προστασίας.Αυτή είναι ίσως και η ουσία της νέας ρωσικής προσέγγισης: όχι μόνο η άμεση καταστροφή, αλλά και η σταδιακή επιβάρυνση του ουκρανικού συστήματος υποστήριξης.
Η σχέση με τα βαθιά ουκρανικά πλήγματα στη Ρωσία
Η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να αναλυθεί ανεξάρτητα από τη διεύρυνση της ουκρανικής εκστρατείας εναντίον στόχων βαθιά μέσα στη ρωσική επικράτεια. Το Κίεβο έχει επενδύσει τεράστιους πόρους στην ανάπτυξη drones μεγάλης εμβέλειας, με τα οποία πλήττει διυλιστήρια, αποθήκες καυσίμων, βιομηχανικές εγκαταστάσεις και στρατιωτικές υποδομές σε αποστάσεις που πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν απρόσιτες.
Η λογική αυτής της ουκρανικής στρατηγικής είναι σαφής. Εφόσον η Ρωσία διαθέτει μεγαλύτερο ανθρώπινο, βιομηχανικό και ενεργειακό βάθος, η Ουκρανία προσπαθεί να μεταφέρει το κόστος του πολέμου στο εσωτερικό της ρωσικής επικράτειας, πλήττοντας ακριβώς τους τομείς που στηρίζουν τη ρωσική πολεμική μηχανή.
Τα διυλιστήρια και οι εγκαταστάσεις καυσίμων είναι ιδανικοί στόχοι από αυτή την άποψη, επειδή συνδέονται τόσο με τις στρατιωτικές ανάγκες όσο και με την ευρύτερη οικονομία.Η ρωσική αντίδραση φαίνεται να κινείται προς μια παρόμοια λογική, αλλά με διαφορετική γεωγραφία.
Αντί να περιοριστεί σε στρατιωτικούς στόχους κοντά στη γραμμή του μετώπου, η Μόσχα στρέφεται στα ουκρανικά μετόπισθεν και ειδικότερα στα δυτικά σύνορα, εκεί όπου η χώρα συνδέεται με τους Ευρωπαίους υποστηρικτές της.
Δεν υπάρχει δημόσια απόδειξη ότι κάθε χτύπημα κοντά στην Πολωνία ή τη Μολδαβία αποτελεί άμεση ανταπόδοση για συγκεκριμένη ουκρανική επίθεση σε ρωσικό διυλιστήριο.
Η χρονική και στρατηγική σύνδεση όμως είναι εμφανής. Και οι δύο πλευρές επιχειρούν πλέον να μεταφέρουν τον πόλεμο στα μετόπισθεν του αντιπάλου και να πλήξουν τις δομές που τον κρατούν επιχειρησιακά και οικονομικά ενεργό.
Το ΝΑΤΟ βρίσκεται πλέον πολύ πιο κοντά στη γραμμή πυρός
Η σημαντικότερη συνέπεια αυτής της εξέλιξης είναι ότι οι χώρες του ΝΑΤΟβρίσκονται πλέον πολύ πιο κοντά στη φυσική ζώνη των ρωσικών επιχειρήσεων. Όσο περισσότερες επιθέσεις πραγματοποιούνται κοντά στην Πολωνία ή τη Ρουμανία, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα ενός σοβαρού περιστατικού.
Ένα drone μπορεί να παρεκκλίνει, ένας πύραυλος μπορεί να πέσει σε λάθος σημείο, ένα σύστημα αεράμυνας μπορεί να εμπλακεί σε συνθήκες μεγάλης πίεσης και ένα περιστατικό που αρχικά αφορά την Ουκρανία μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να αποκτήσει νατοϊκή διάσταση.
Ακριβώς γι’ αυτό η Πολωνία αντιμετωπίζει τις επιθέσεις κοντά στα σύνορά της με ολοένα μεγαλύτερη σοβαρότητα. Η ενεργοποίηση μαχητικών, η ενίσχυση της αεράμυνας και η στενότερη επιτήρηση της συνοριακής ζώνης δεν αποτελούν απλώς προληπτικές ενέργειες. Αντανακλούν την εκτίμηση ότι οι διαδρομές μέσω των οποίων η Ευρώπη συνδέεται με την Ουκρανία έχουν μετατραπεί σε μέρος του πραγματικού πεδίου μάχης.
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από την κατάσταση των πρώτων ετών του πολέμου, όταν η δυτική Ουκρανία θεωρούνταν σχετικά ασφαλής ζώνη για τη συγκέντρωση, μεταφόρτωση και προώθηση υλικού προς το μέτωπο. Σήμερα η Moscow δείχνει ότι θεωρεί αυτές τις υποδομές οργανικό τμήμα της ουκρανικής στρατιωτικής ισχύος και επομένως στόχο.
Η πίεση στο ΝΑΤΟ δεν χρειάζεται να πάρει τη μορφή άμεσης επίθεσης
Από στρατηγική άποψη, αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο. Η Ρωσία μπορεί να αυξήσει την πίεση προς το ΝΑΤΟ χωρίς να επιτεθεί ευθέως σε κράτος-μέλος. Κάθε πλήγμα κοντά στα σύνορα αναγκάζει χώρες όπως η Πολωνία να διαθέτουν περισσότερα μαχητικά, περισσότερα συστήματα αεράμυνας, περισσότερες μονάδες επιτήρησης και μεγαλύτερους οικονομικούς πόρους για την προστασία των ανατολικών τους συνόρων.
Παράλληλα, δημιουργείται πολιτική πίεση. Όσο αυξάνονται τα περιστατικά κοντά στην επικράτεια του ΝΑΤΟ, τόσο περισσότερο οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να απαντήσουν στο ερώτημα μέχρι ποιο σημείο μπορούν να υποστηρίζουν την Ουκρανία χωρίς να αυξάνεται παράλληλα ο κίνδυνος άμεσης στρατιωτικής εμπλοκής.
Η Μόσχα μπορεί να επιδιώκει ακριβώς αυτή την αμφιβολία. Όχι απαραίτητα να προκαλέσει πόλεμο με το ΝΑΤΟ, αλλά να αυξήσει το πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό κόστος της συνεχιζόμενης υποστήριξης προς το Κίεβο.
Το πραγματικό πεδίο μάχης είναι πλέον το σύστημα ανεφοδιασμού
Αν συγκεντρώσει κανείς τα επιμέρους περιστατικά, διακρίνεται μια ευρύτερη εικόνα. Τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, οι σιδηρόδρομοι της δυτικής Ουκρανίας, οι συνοριακές διαβάσεις προς την Πολωνία και τη Μολδαβία,οι αποθήκες στρατιωτικού εξοπλισμού, τα πρατήρια καυσίμων και οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις αποτελούν διαφορετικά τμήματα του ίδιου συστήματος.
Η Ρωσία φαίνεται να προσπαθεί να μετατρέψει αυτό το σύστημα σε μόνιμη ζώνη πίεσης. Ακόμη και όταν ένα χτύπημα δεν καταστρέφει πλήρως μια υποδομή, αναγκάζει την Ουκρανία να διαθέσει περισσότερους πόρους για προστασία, επισκευή και παράκαμψη.
Η επανάληψη τέτοιων επιθέσεων μπορεί σταδιακά να αυξήσει το κόστος λειτουργίας ολόκληρης της χώρας. Σε αυτό το πλαίσιο, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ένα τρένο καταστράφηκε ή αν ένα συνοριακό πέρασμα έμεινε κλειστό για λίγες ώρες.
Το ερώτημα είναι αν η Μόσχα μπορεί να δημιουργήσει αρκετή πίεση ώστε η μεταφορά δυτικού υλικού να γίνει πιο αργή, πιο ακριβή και πιο επικίνδυνη. Αν το πετύχει, τότε θα έχει καταφέρει να επηρεάσει το μέτωπο χωρίς να χρειαστεί να καταστρέψει κάθε μονάδα που βρίσκεται σε αυτό.
Η Ρωσία χτυπά εκεί όπου η Ουκρανία πονά περισσότερο
Η στρατηγική εικόνα που προκύπτει είναι συνεπώς πιο σύνθετη από μια απλή αύξηση των βομβαρδισμών. Η Μόσχα φαίνεται να μεταφέρει μέρος της προσπάθειάς της από το μέτωπο προς το σύστημα που υποστηρίζει το μέτωπο. Το Κίεβο δέχεται πίεση σε αποθήκες, καύσιμα και βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Η Οδησσός και το Τσερνομόρσκ δέχονται επιθέσεις ως βασικοί λιμενικοί κόμβοι. Το Γιαγκοντίν και άλλες δυτικές διαβάσεις αποκτούν αυξανόμενη σημασία επειδή αποτελούν πύλες προς την Πολωνία και την ευρωπαϊκή στρατιωτική υποστήριξη.
Ταυτόχρονα, η Ουκρανία εφαρμόζει παρόμοια λογική στο ρωσικό έδαφος, πλήττοντας διυλιστήρια, εγκαταστάσεις καυσίμων και βιομηχανικές υποδομές σε μεγάλο βάθος. Ο πόλεμος μετατρέπεται έτσι σε σύγκρουση όχι μόνο στρατών, αλλά και ολόκληρων συστημάτων υποστήριξης.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η γραμμή ανάμεσα στο ουκρανικό μέτωπο και στο ευρωπαϊκό στρατηγικό βάθος γίνεται ολοένα πιο δυσδιάκριτη. Η Ρωσία δεν έχει ακόμη περάσει στο στάδιο μιας ανοικτής επίθεσης εναντίον νατοϊκών δυνάμεων, όμως πλησιάζει όλο και περισσότερο στις υποδομές που επιτρέπουν στο ΝΑΤΟ να στηρίζει την Ουκρανία.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ουσιαστικό μήνυμα της νέας φάσης του πολέμου: η Μόσχα δεν χρειάζεται να χτυπήσει απευθείας την Πολωνία για να ασκήσει πίεση στη Βαρσοβία, ούτε να επιτεθεί σε βάση του ΝΑΤΟ για να υποχρεώσει τη Συμμαχία να αντιδράσει. Αρκεί να μετατρέψει τις ουκρανικές πύλες προς την Ευρώπη σε μόνιμη ζώνη κινδύνου.
Η αντιπαράθεση πλέον δεν αφορά μόνο το ποιος θα κρατήσει μια πόλη ή ποιος θα καταστρέψει περισσότερα οχήματα. Αφορά το ποιος θα μπορέσει να διατηρήσει ζωντανό το δίκτυο που τροφοδοτεί τον πόλεμο. Και σε αυτή τη νέα μάχη των μετόπισθεν, τα δυτικά σύνορα της Ουκρανίας μπορεί να εξελιχθούν σε ένα από τα πιο κρίσιμα και πιο επικίνδυνα σημεία ολόκληρης της σύγκρουσης.
ΒΝ



Σχόλια