top of page

Η σατανοκρατούμενη Δυτική Ευρώπη, ετοιμάζεται για πόλεμο μέχρις εσχάτων!

sergioschrys
πριν από 11 λεπτά
διαβάστηκε 10 λεπτά

Η Ευρώπη έχει αρχίσει να προετοιμάζεται για το πεδίο της μάχης - Το ερώτημα που μένει ανοιχτό, είναι εάν έχει προετοιμαστεί εξ ίσου για όσα θα συμβούν εκατοντάδες ή και χιλιάδες χιλιόμετρα πίσω από αυτό!



Η Ευρώπη δεν προετοιμάζεται πλέον για το ενδεχόμενο μιας μεγάλης σύγκρουσης με τη Ρωσία μόνο αγοράζοντας όπλα. Προετοιμάζει νοσοκομεία για μαζικές απώλειες, ενισχύει γέφυρες ώστε να αντέχουν άρματα μάχης, αναβαθμίζει σιδηροδρόμους και λιμάνια για τη μεταφορά στρατευμάτων, οχυρώνει τα ανατολικά της σύνορα και επαναφέρει στο προσκήνιο ακόμη και καταφύγια της εποχής του Ψυχρού Πολέμου.


Από τη Γερμανία, που καλείται να λειτουργήσει ως ο μεγάλος κόμβος μετόπισθεν του ΝΑΤΟ, μέχρι την Πολωνία, τη Βαλτική και τις σκανδιναβικές χώρες, διαμορφώνεται σταδιακά μια νέα αρχιτεκτονική «ολικής άμυνας», στην οποία ο πόλεμος δεν αφορά πλέον μόνο τις ένοπλες δυνάμεις αλλά ολόκληρη την οικονομία και την κοινωνία.


Υπάρχει όμως μια κρίσιμη αντίφαση που απειλεί να δοκιμάσει ολόκληρο αυτόν τον σχεδιασμό: Την ώρα που η Ευρώπη οργανώνεται για μια κρίση η οποία θα απαιτούσε τεράστιες ποσότητες καυσίμων, ηλεκτρικής ενέργειας, μεταφορικών μέσων και κρατικών πόρων, οι ενεργειακές αγορές εμφανίζουν ξανά σημάδια πίεσης.


Τα χαμηλότερα αποθέματα φυσικού αερίου, η στενότητα στο ντίζελ και οι δυσκολίες ανεφοδιασμού που καταγράφηκαν στη Γαλλία δείχνουν πόσο γρήγορα μια ενεργειακή αναταραχή μπορεί να μετατραπεί σε πρόβλημα στρατηγικής ανθεκτικότητας.


Και εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό τεστ της ευρωπαϊκής πολεμικής ετοιμότητας. Διότι σε μια μεγάλη κρίση δεν θα αρκεί να υπάρχουν στρατεύματα, αεροσκάφη και πυρομαχικά.Θα πρέπει ταυτόχρονα να λειτουργούν τα νοσοκομεία, οι βιομηχανίες, οι σιδηρόδρομοι, τα λιμάνια και τα δίκτυα ηλεκτρισμού — ενώ πολίτες και στρατός θα διεκδικούν τα ίδια καύσιμα, τις ίδιες υποδομές και τους ίδιους πόρους.


Η Ευρώπη χτίζει ήδη τις υποδομές ενός πιθανού πολέμου. Το ερώτημα είναι εάν οι οικονομίες και οι κοινωνίες της μπορούν να αντέξουν όσα θα συμβούν πολύ μακριά από την πρώτη γραμμή.


Η Γερμανία μετρά τους τραυματίες ενός υποθετικού πολέμου


Η εικόνα που διαμορφώνεται στην Ευρώπη απέχει πλέον πολύ από εκείνη των πρώτων μεταψυχροπολεμικών δεκαετιών. Οι κυβερνήσεις δεν περιορίζονται στην αγορά νέων οπλικών συστημάτων ή στην αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών. Προετοιμάζουν νοσοκομεία, αναβαθμίζουν γέφυρες και σιδηροδρομικές γραμμές, ενισχύουν σύνορα, επανεξετάζουν αποθήκες καυσίμων και σχεδιάζουν τον τρόπο με τον οποίο εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες και τεράστιες ποσότητες υλικού θα μπορούσαν να κινηθούν προς την ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.


Στην καρδιά της νέας ευρωπαϊκής προετοιμασίας βρίσκεται η Γερμανία. Η Μπούντεσβερ έχει επεξεργαστεί σενάρια σύμφωνα με τα οποία, σε περίπτωση μεγάλης σύγκρουσης του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία, έως και 1.000 τραυματίες ή νεκρούς στρατιώτες θα μπορούσαν να φθάνουν καθημερινά στη χώρα.


Η Γερμανία διαθέτει μόλις πέντε στρατιωτικά νοσοκομεία και, σύμφωνα με τον σχεδιασμό, τα πολιτικά νοσοκομεία θα έπρεπε πολύ γρήγορα να αναλάβουν μεγάλο μέρος του φορτίου. Δεν πρόκειται για θεωρητική συζήτηση. Σε ολόκληρη τη χώρα οι αρχές εξετάζουν την αντοχή των υγειονομικών υποδομών, τις διαθέσιμες κλίνες, τις αλυσίδες προμήθειας φαρμάκων και τον βαθμό συνεργασίας στρατιωτικών και πολιτικών νοσοκομείων.


Νέα στρατηγική


Ήδη από τον Μάρτιο δοκιμάστηκε μια στρατηγική σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση πολέμου, οι υγειονομικές μονάδες της Μπούντεσβερ θα προσφέρουν βοήθεια στους τραυματίες στρατιώτες στην πρώτη γραμμή και στη συνέχεια θα τους μεταφέρουν στο εσωτερικό της χώρας, όπου οι κρατικές υπηρεσίες θα τους διοχετεύουν σε πολιτικά νοσοκομεία.


Ένα από τα σημεία υποδοχής των «300άρηδων», δηλαδή των τραυματιών, θα πρέπει να είναι το στρατιωτικό νοσοκομείο στην Ουλμ και το ιατρικό καταφύγιο που βρίσκεται κάτω από αυτό, το οποίο λειτουργούσε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Το τελευταίο σχεδιάζεται να επανενεργοποιηθεί.


Έλλειμμα εξειδικευμένων γιατρών


Οι αρχές σχεδιάζουν να ενισχύσουν τις αλυσίδες εφοδιασμού ιατρικών προϊόντων, να βελτιώσουν τον συντονισμό μεταξύ στρατιωτικών και πολιτικών νοσοκομειακών συστημάτων και να εκπαιδεύσουν ειδικούς μέσω μαθημάτων για χειρουργούς σχετικά με την αντιμετώπιση περιστατικών μαζικών απωλειών και τη θεραπεία τραυμάτων μάχης.


Το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό, επειδή η Γερμανία σήμερα απλώς δεν διαθέτει επαρκή αριθμό έμπειρων στρατιωτικών γιατρών.Υπάρχουν μερικές εκατοντάδες ειδικοί σε ολόκληρη τη χώρα — και μάλιστα εκπαιδευμένοι με παλαιότερες μεθόδους.


Στρατιωτική Σένγκεν


Η γεωγραφία εξηγεί γιατί η Γερμανία βρίσκεται στο κέντρο αυτού του σχεδιασμού.

Σε μια μεγάλη κρίση στην ανατολική πτέρυγα, στρατεύματα, άρματα, πυρομαχικά, καύσιμα και ιατρικό υλικό από τη δυτική Ευρώπη θα πρέπει να περάσουν μέσα από τη Γερμανία προς την Πολωνία και τις χώρες της Βαλτικής. Αυτό σημαίνει ότι λιμάνια, αυτοκινητόδρομοι, σιδηρόδρομοι, γέφυρες και σήραγγες παύουν να αξιολογούνται αποκλειστικά ως πολιτικές υποδομές.


Οι Βρυξέλλες διαμορφώνουν ένα ενιαίο σύστημα στρατιωτικής κινητικότητας. Η Κομισιόν έχει εντοπίσει περίπου 500 σημεία συμφόρησης και έργα στρατηγικής σημασίας πάνω στους βασικούς στρατιωτικούς διαδρόμους.

Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για γέφυρες που πρέπει να αντέχουν μεγαλύτερα φορτία, σήραγγες που χρειάζονται διεύρυνση, λιμάνια, αεροδρόμια και σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις.


Για την περίοδο μετά το 2028 έχει προταθεί ευρωπαϊκή χρηματοδότηση 17,65 δισ. ευρώ για στρατιωτική κινητικότητα.


Η λογική είναι απλή: Ακόμη και ένας πολύ ισχυρός στρατός, έχει περιορισμένη αξία εάν δεν μπορεί να μετακινηθεί γρήγορα εκεί όπου χρειάζεται.


Γι’ αυτό και ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού δικτύου μεταφορών μετατρέπεται σταδιακά σε υποδομή «διπλής χρήσης» — κατάλληλη τόσο για την καθημερινή οικονομία όσο και για μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές μετακινήσεις.


Έως το 2027 σχεδιάζεται η δημιουργία ενός ενιαίου χώρου στον οποίο στρατεύματα, στρατιωτικός εξοπλισμός και φορτία θα μπορούν να κινούνται με κοινούς κανόνες μέσω αυτοκινητοδρόμων, σιδηροδρόμων, λιμανιών και αεροδρομίων.


Στη Δύση, το πρόγραμμα αυτό αποκαλείται «στρατιωτική Σένγκεν», κατ’ αναλογία με το πολιτικό καθεστώς Σένγκεν. Το σχέδιο προβλέπει απλοποιημένη έκδοση αδειών για διασυνοριακές στρατιωτικές μεταφορές, πρόσβαση κατά προτεραιότητα των ευρωπαϊκών στρατών στις υποδομές και τροποποίηση των συνήθων κανόνων μεταφορών.


Στο συγκεκριμένο σενάριο, η Γερμανία θα λειτουργεί κυρίως ως κόμβος μετόπισθεν και διαμετακόμισης: μέσω αυτής θα πρέπει να μεταφέρονται ενισχύσεις από τη Δυτική Ευρώπη προς τις χώρες της Βαλτικής και την ανατολική πτέρυγα.


Ετοιμάζεται και η Πολωνία


Παράλληλα, στην Πολωνία αναπτύσσεται ένα δίκτυο 115 υποδομών σε 12 τοποθεσίες.Το πρόγραμμα περιλαμβάνει τον εκσυγχρονισμό αεροδρομίων ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούνται ως προωθημένες βάσεις των συμμάχων, οπλοστασίων για την αποθήκευση πυρομαχικών, ανταλλακτικών και καυσίμων, καθώς και την επέκταση υφιστάμενων στρατιωτικών εγκαταστάσεων για τη φιλοξενία δυνάμεων συμμαχικών χωρών.


Στα ανατολικά σύνορα της Πολωνίας και των χωρών της Βαλτικής κατασκευάζονται αντιαρματικές τάφροι, αντιαρματικά εμπόδια, καταφύγια, δίκτυα χαρακωμάτων και κέντρα διοίκησης σε οχυρωμένα καταφύγια. Μόνο η Πολωνία έχει ανακοινώσει την πρόθεσή της να οχυρώσει 260 χιλιόμετρα των κρατικών της συνόρων.


Ολική άμυνα


Οι σκανδιναβικές χώρες επίσης δεν μένουν στο περιθώριο. Η Φινλανδία, η Σουηδία και η Νορβηγία επιστρέφουν στο μοντέλο της «ολικής άμυνας», στο οποίο για μια στρατιωτική κρίση δεν προετοιμάζεται μόνο ο στρατός, αλλά και η κυβέρνηση, οι επιχειρήσεις, οι μεταφορές, ο ενεργειακός τομέας και ο άμαχος πληθυσμός.Ήδη από τον Μάρτιο του 2026, οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης υιοθέτησαν κοινή στρατηγική ετοιμότητας του συστήματος μεταφορών.


Αυτή προβλέπει τη διατήρηση της λειτουργίας αυτοκινητοδρόμων, σιδηροδρόμων, γεφυρών και θαλάσσιων διαδρομών υπό συνθήκες ένοπλης σύγκρουσης.Οι συγκεκριμένες κατευθύνσεις σε αυτό το τμήμα της δυνητικής γραμμής του μετώπου είναι οι εξής: Ενίσχυση του φινλανδικού στόλου παγοθραυστικών, εκσυγχρονισμός των σιδηροδρομικών γραμμών ευρωπαϊκού εύρους στις διαδρομές Χαπαράντα — Τόρνιο — Κέμι και Τόρνιο — Όουλου — Ροβανιέμι, επισκευή του οδικού άξονα Ε8 από το Τόρνιο προς το Κίλπισγιάρβι και ανάπτυξη λιμανιών, διαβάσεων και γεφυρών.


Πιθανότατα, από αυτή την κατεύθυνση σχεδιάζεται να πληγούν η Αγία Πετρούπολη, το Μούρμανσκ, το Σεβερομόρσκ και άλλες κρίσιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη βορειοδυτική Ρωσία.


Εκσυγχρονισμός καταφυγίων


Παράλληλα εκσυγχρονίζονται τα υπόγεια καταφύγια και η πολιτική άμυνα: Η Φινλανδία και η Σουηδία έχουν διατηρήσει από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου ένα ανεπτυγμένο δίκτυο καταφυγίων, ενώ η Νορβηγία το 2026 πραγματοποιεί τακτικά μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές και πολιτικές ασκήσεις. Επιπλέον, το Ελσίνκι άρχισε να παραλαμβάνει από τις ΗΠΑ μαχητικά πέμπτης γενιάς F-35. Όπως αναφέρεται, οι παραδόσεις αυτές έχουν σαφώς αντιρωσικό προσανατολισμό, καθώς, από γεωγραφικής άποψης, η Φινλανδία δεν έχει άλλον πιθανό αντίπαλο.


Ο πόλεμος θα είναι πυρηνικός και… σύντομος


Η ευρωπαϊκή προετοιμασία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προβλήματα ανομοιογένειας. Οι χώρες διαθέτουν διαφορετικούς κανόνες αδειοδότησης, διαφορετικά πρότυπα για γέφυρες και σιδηροδρόμους, διαφορετικά επίπεδα αποθεμάτων και διαφορετικό βαθμό ενσωμάτωσης των πολιτικών υπηρεσιών με τις ένοπλες δυνάμεις.


Ακόμη και στην ΕΕ αναγνωρίζεται ότι οι στόχοι για τη δημιουργία ενός ενιαίου χώρου στρατιωτικής κινητικότητας απαιτούν περαιτέρω εναρμόνιση διαδικασιών και επενδύσεις.


Επιπλέον, ο εκσυγχρονισμός γεφυρών, λιμανιών και σιδηροδρόμων είναι μια μακροχρόνια διαδικασία.Ωστόσο, ακόμη κι αν η διαδικασία αυτή ολοκληρωθεί επιτυχώς, είναι απίθανο η ΕΕ να μπορέσει να επικρατήσει σε μια πιθανή σύγκρουση με τη Ρωσία.


Ένας πόλεμος με την Δυτική Ευρώπη θα οδηγούσε αναπόφευκτα στη χρήση πυρηνικών όπλων — τόσο τακτικών όσο και στρατηγικών. Σε ένα τέτοιο σενάριο, όλα τα σχέδια των Βρυξελλών θα κατέρρεαν πολύ γρήγορα. Για κάποιο λόγο, στις Βρυξέλλες ξεχνούν ότι η χώρα με την οποία ετοιμάζονται να πολεμήσουν διαθέτει το μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο.


Ο παράγοντας που μπορεί να ανατρέψει τα σχέδια κι αυτος είναι η ...ενέργεια


Εδώ εμφανίζεται η δεύτερη μεγάλη ευρωπαϊκή πρόκληση.Ένας στρατός μεγάλης κλίμακας καταναλώνει τεράστιες ποσότητες καυσίμων. Τα άρματα, τα φορτηγά, τα αεροσκάφη, οι γεννήτριες, οι εφοδιοπομπές και οι μηχανισμοί πολιτικής προστασίας απαιτούν συνεχή ενεργειακό ανεφοδιασμό.


Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει στα έγγραφα για τη στρατιωτική κινητικότητα ότι η ασφαλής πρόσβαση σε καύσιμα αποτελεί πρόκληση για τις στρατιωτικές μεταφορές και ότι οι ενεργειακές υποδομές πρέπει να ενταχθούν στον σχεδιασμό ανθεκτικότητας των ευρωπαϊκών δικτύων. Και αυτό συμβαίνει ακριβώς τη στιγμή που η διεθνής αγορά ντίζελ βρίσκεται ξανά σε σοβαρή πίεση.


Η νέα στενότητα στο ντίζελ


Οι αναταράξεις στις διεθνείς ενεργειακές αγορές έχουν μειώσει τα διαθέσιμα αποθέματα ντίζελ σε Ευρώπη, Αμερική και Ασία.Αναλυτές της αγοράς εκτιμούν ότι η στενότητα μπορεί να συνεχιστεί μέσα στο 2027, καθώς οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και ο πόλεμος στην Ουκρανία διαταράσσουν παραδοσιακές ροές προϊόντων και διατηρούν χαμηλά τα αποθέματα.


Για την Ευρώπη αυτό είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα, καθώς το ντίζελ παραμένει κρίσιμο για τις εμπορευματικές μεταφορές, τη γεωργία, τις κατασκευές και φυσικά τη στρατιωτική εφοδιαστική.


Παράλληλα, τα αποθέματα φυσικού αερίου της Ευρώπης βρίσκονται σε χαμηλότερα επίπεδα από τον εποχικό μέσο όρο.Στα μέσα Σεπτεμβρίου βρίσκονταν περίπου στο 69% της χωρητικότητας, έναντι πενταετούς μέσου όρου περίπου 85%, με τη Γερμανία και την Ολλανδία να φιλοξενούν μεγάλο μέρος της αποθηκευτικής δυναμικότητας της ΕΕ.


Γαλλία: Όταν τα προβλήματα φθάνουν στην αντλία...


Η Γαλλία αποτελεί την πιο ορατή εκδήλωση της πίεσης. Στις 20 Σεπτεμβρίου, περίπου το 15% των γαλλικών πρατηρίων αντιμετώπιζε έλλειψη τουλάχιστον ενός τύπου καυσίμου, από 11% δύο ημέρες νωρίτερα, σύμφωνα με στοιχεία του γαλλικού υπουργείου Οικονομίας.


Η εικόνα όμως χρειάζεται προσοχή. Η γαλλική κυβέρνηση επιμένει ότι δεν πρόκειται για γενικευμένη εθνική έλλειψη καυσίμων. Στις 16 Σεπτεμβρίου ανέφερε ότι περίπου εννέα στις δέκα περιπτώσεις προβληματικών πρατηρίων αφορούσαν το δίκτυο της TotalEnergies, όπου οι χαμηλότερες τιμές είχαν προσελκύσει πολύ περισσότερους οδηγούς και είχαν δημιουργήσει τοπικές δυσκολίες ανατροφοδότησης.


Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το ευρύτερο πρόβλημα είναι αμελητέο. Οι τιμές παραμένουν υψηλές, η γαλλική κυβέρνηση έχει επεκτείνει τα μέτρα στήριξης για οδηγούς και ενεργοβόρους κλάδους, ενώ οι αρχές δηλώνουν ότι παρακολουθούν στενά την ασφάλεια των προμηθειών.


Ο Μακρόν ζητά χαλάρωση των ευρωπαϊκών κανόνων


Η πίεση αποτυπώνεται και στις κινήσεις του Εμμανουέλ Μακρόν. Ο Γάλλος πρόεδρος ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μεγαλύτερη προσωρινή ευελιξία σε ενεργειακούς και περιβαλλοντικούς κανόνες, μεταξύ άλλων σε προδιαγραφές που επηρεάζουν την παραγωγή ντίζελ και κηροζίνης, με στόχο να αυξηθεί η δυνατότητα παραγωγής σε μια περίοδο περιορισμένης προσφοράς.


Παράλληλα, ζήτησε αναβολή ορισμένων νέων υποχρεώσεων για τις εκπομπές μεθανίου στις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου.Η εξέλιξη είναι πολιτικά και οικονομικά σημαντική.


Δείχνει πόσο γρήγορα η ενεργειακή ασφάλεια μπορεί να αποκτήσει προτεραιότητα όταν οι αγορές πιέζονται.Και αποκαλύπτει ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό δίλημμα: πώς μπορούν τα κράτη να χρηματοδοτούν ταυτόχρονα εξοπλισμούς, στρατιωτικές υποδομές, ενεργειακή μετάβαση και κοινωνική στήριξη απέναντι στην ακρίβεια;


Η διπλή ευπάθεια της Γερμανίας


Για τη Γερμανία η πρόκληση είναι ακόμη πιο σύνθετη. Η χώρα καλείται να μετατραπεί στον βασικό κόμβο μετόπισθεν μιας πιθανής σύγκρουσης στην ανατολική Ευρώπη, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να προστατεύσει μια τεράστια βιομηχανική οικονομία που εξαρτάται από σταθερές και ανταγωνιστικές ενεργειακές προμήθειες.


Η νέα αύξηση των τιμών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων επιβαρύνει μια οικονομία που ήδη έχει περάσει από την απότομη αποσύνδεση από μεγάλες ποσότητες ρωσικού φυσικού αερίου μετά το 2022.


Έτσι, η Γερμανία βρίσκεται αντιμέτωπη με δύο παράλληλες απαιτήσεις. Να αυξήσει δραστικά την ανθεκτικότητα του κράτους σε περίπτωση πολέμου και, ταυτόχρονα, να διατηρήσει την ενεργειακή και βιομηχανική της βάση σε λειτουργία.


Σε συνθήκες πραγματικής σύγκρουσης αυτές οι δύο ανάγκες θα ανταγωνίζονταν για τους ίδιους πόρους. Καύσιμα, μεταφορικά μέσα, ηλεκτρική ενέργεια, προσωπικό και δημόσια χρηματοδότηση.


Ο πόλεμος δεν αρχίζει στο μέτωπο


Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα της ευρωπαϊκής προετοιμασίας. Η αντοχή μιας χώρας σε έναν σύγχρονο πόλεμο δεν μετριέται μόνο από τον αριθμό των αρμάτων ή των αεροσκαφών της.


Μετριέται από το αν λειτουργούν τα νοσοκομεία της, αν υπάρχουν επαρκή φάρμακα, αν οι γέφυρες αντέχουν στρατιωτικά φορτία, αν τα τρένα μπορούν να κινηθούν, αν υπάρχει ηλεκτρισμός και, κυρίως, αν υπάρχουν καύσιμα.


Αυτό είναι άλλωστε το μήνυμα που έχει μεταφέρει η Ουκρανία σε Ευρωπαίους και Αμερικανούς. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί τώρα να μετατρέψει αυτή τη διαπίστωση σε συγκεκριμένη πολιτική.


Από τους περίπου 500 κόμβους στρατιωτικής κινητικότητας έως τα σχέδια για πολιτικά νοσοκομεία και τις οχυρώσεις στην ανατολική πτέρυγα, η Ευρώπη χτίζει μια υποδομή πολεμικής ετοιμότητας που πριν από λίγα χρόνια θα έμοιαζε πολιτικά αδιανόητη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ένας πόλεμος ΝΑΤΟ–Ρωσίας θεωρείται αναπόφευκτος.


Ο γερμανικός σχεδιασμός βασίζεται σε σενάρια κινδύνου, ενώ το ΝΑΤΟ χαρακτηρίζει την ενίσχυση της ανατολικής πτέρυγας αμυντική και αποτρεπτική. Σημαίνει όμως ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν θεωρούν πλέον υπεύθυνο να αγνοούν το ενδεχόμενο.


Πράγματι, αναλυτές εκτιμούν ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν πρόκειται να τελειώσει με μια απλή συμφωνία, καθώς οι στόχοι των εμπλεκόμενων μερών είναι τόσο διαφορετικοί που μια ειρηνευτική φόρμουλα δεν αρκεί για να τους γεφυρώσει.

Εκτός και αν μια ή περισσότερες πλευρές εγκαταλείψουν βασικές επιδιώξεις τους — κάτι που προς το παρόν δεν φαίνεται έτοιμες να το κάνουν.


Συνεπώς, για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να υπάρξει κάποια τεράστια εξέλιξη… ίσως κάποια στρατιωτική επίθεση της Ρωσίας στα μετόπισθεν της Ουκρανίας, στα οποία περιλαμβάνεται και η Δυτική Ευρώπη. Και ίσως αυτός είναι ο λόγος που η Ευρώπη έχει κυριευτεί από ένα πολεμικό αμόκ, παρά το γεγονός ότι η Μόσχα διαμηνύει πως δεν έχει καμία πρόθεση να επιτεθεί σε κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ.


Το πραγματικό τεστ για την Ευρώπη


Η μεγάλη αντίφαση είναι ότι η Ευρώπη προετοιμάζεται για μια κατάσταση στην οποία θα απαιτηθούν πολύ περισσότερη ενέργεια, πολύ μεγαλύτερες μεταφορικές δυνατότητες και τεράστια κρατική κινητοποίηση, την ώρα που ήδη αντιμετωπίζει ενδείξεις πίεσης στις ενεργειακές αγορές.


Οι διαταραχές στα γαλλικά πρατήρια δεν αποτελούν από μόνες τους απόδειξη γενικευμένης ενεργειακής κατάρρευσης. Είναι όμως ένα χρήσιμο προειδοποιητικό παράδειγμα για το πόσο γρήγορα μπορεί να πιεστεί ένα σύστημα διανομής όταν η προσφορά στενεύει, οι τιμές εκτινάσσονται και οι καταναλωτές συγκεντρώνονται εκεί όπου το καύσιμο είναι φθηνότερο.


Σε καιρό ειρήνης, τέτοια προβλήματα αντιμετωπίζονται με περισσότερα βυτιοφόρα, προσωρινές ρυθμιστικές εξαιρέσεις και οικονομική στήριξη. Σε συνθήκες μεγάλης στρατιωτικής κρίσης, όμως, οι ίδιες δεξαμενές, τα ίδια φορτηγά και οι ίδιοι σιδηρόδρομοι θα πρέπει να εξυπηρετούν ταυτόχρονα πολίτες, βιομηχανίες και ένοπλες δυνάμεις.


Και εκεί βρίσκεται ίσως ο μεγαλύτερος κίνδυνος για χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία. Όχι απλώς στο ενδεχόμενο μιας στρατιωτικής αναμέτρησης, αλλά στο κατά πόσο οι οικονομίες και οι κοινωνικές τους υποδομές μπορούν να αντέξουν τις απαιτήσεις της.


Η Δυτική Ευρώπη έχει αρχίσει να προετοιμάζεται για το πεδίο της μάχης.Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι εάν έχει προετοιμαστεί εξ ίσου για όσα θα συμβούν εκατοντάδες ή και χιλιάδες χιλιόμετρα πίσω από αυτό.


Σχόλια


ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ και ΜΕΙΝΕΤΕ...ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΟΙ

Thanks for submitting!

  • Grey Twitter Icon
  • Grey LinkedIn Icon
  • Grey Facebook Icon

© 2024 by Pirinos Logios. Powered and secured by Wix

bottom of page