Μαύρη η ...Ωραία Ελένη! Δε το ξέρατε; Κακώς!
- sergioschrys
- πριν από 3 ώρες
- διαβάστηκε 4 λεπτά
Απάντηση στην παρωδία της Οδύσσειας

«Αντί να καταριέσαι το σκοτάδι, άναψε ένα κερί»...
Πολλά τα διδάγματα από την ειδησεογραφία ότι πιθανότατα η ωραία Ελένη θα ενσαρκωθεί σε μεγάλη κινηματογραφική παραγωγή από Αφροαμερικανίδα ηθοποιό (όχι ιδιαίτερου κάλλους).
Ένα απ’ αυτά είναι ότι οι σύγχρονοι εκπρόσωποι της «ελίτ» μεταχειρίζονται τα ελληνικά θεμέλια του δυτικού πολιτισμού, αναπλαισιώνοντάς τα σύμφωνα με το δικό τους νοσηρό ορθοπολιτικό «λεξιλόγιο».
Ο Όμηρος μπορεί να έγραφε τα δικά του, αλλά οι εταιρίες παραγωγής και η ιδιοκτησία των κινηματογραφικών στούντιο έχουν τα σχέδιά τους. Η Ελένη ούτε όμορφη πρέπει να είναι, ούτε ξανθιά ούτε καν λευκή.
Η «Ιστορία» που μαθαίνουν, έστω και μέσω του κινηματογραφικού πανιού, οι υπνωτισμένοι δεσμώτες της σύγχρονης δυστοπίας πρέπει να ταιριάζει με τα σχέδια των αρχιτεκτόνων της νέας παγκόσμιας τάξης, ακόμα κι όταν τα γεγονότα, οι αφηγήσεις, οι πρωτογενείς πηγές και τα αρχαιολογικά τεκμήρια δεν συμφωνούν μαζί της.
Η ελληνική μυθολογία, όμως, είναι πυλώνας πάνω στον οποίο στηρίζονται ο πολιτισμός, οι παραδόσεις, η ίδια η ψυχή μας. Συγκροτήθηκε ως οργανικό σώμα νοημάτων, στο οποίο η μορφή, το κάλλος και η καταγωγή συνδέονται άρρηκτα.
Η Ελένη φέρει μαζί της την ελληνική κοσμοαντίληψη για την ομορφιά, τον έρωτα, τον πόλεμο, τη θεία βούληση, την ανθρώπινη ευθύνη.
Η Ελένη πρέπει να είναι όμορφη. Δεν επιτρέπεται να μην είναι.
Το κάλλος της υπήρξε κίνητρο πολέμου, γενεσιουργός δύναμη συλλογικής πράξης, μέτρο ανθρώπινης υπέρβασης και αίτιο ολέθρου. Με την αμερικανική κινηματογραφική παραχάραξη της Οδύσσειας αυτή η μορφή αποσπάται από το πολιτισμικό της πλαίσιο και επανεγγράφεται ως αφηρημένο σύμβολο κοινωνικών διεκδικήσεων του παρόντος. Τοιουτοτρόπως, χάνει και το νόημά της.
Ο Βρετανός σκηνοθέτης της παρωδίας της Οδύσσειας δεν προβληματίζεται για την οδό καλλιτεχνικής έκφρασης που ακολουθεί. Έχει τη σαφέστατη πρόθεση να γίνει αρεστός στους χρηματοδότες του. Όλα τα άλλα τα ακούει βερεσέ.
Το πρόβλημα για την κοινωνία, όμως, εντοπίζεται στη μονομέρεια με την οποία η παγκόσμια βιομηχανία θεάματος προσπαθεί να συνθλίψει τους ελληνικούς αρμούς του πολιτισμού μέσα σε ένα ενιαίο ιδεολογικοποιημένο σχήμα, απεμπλουτίζοντάς τους από το νόημα που δίνει η ιστορική τους ιδιαιτερότητα.
Η δυσφορία του κοινού προκύπτει από την αίσθηση ότι ένα συλλογικό πολιτισμικό κεφάλαιο, και μάλιστα της τεράστιας αξίας που έχει ο Ελληνισμός, χρησιμοποιείται χωρίς σεβασμό προς τη μορφολογία και τη μνήμη του. Το βασικό θέμα, ωστόσο, δεν είναι η καταγγελία της ξένης παραγωγής. Η συζήτηση οφείλει να στραφεί προς τα… ενδότερα, εκεί όπου ο ανθελληνισμός, η αδράνεια, η νωθρότητα, τα ευήκοα ώτα στους ξένους και η ενοχή για την ταυτότητά μας εκδηλώνονται με τρόπο κραυγαλέο.
Πόσες κινηματογραφικές ταινίες με θέματα από την ελληνική Ιστορία και τους μυθολογικούς ηρωικούς κύκλους έχει στηρίξει έμπρακτα το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου (ΕΚΚ); Πόσες παραγωγές συγκροτήθηκαν με σοβαρότητα, αισθητική αρτιότητα και διεθνή προοπτική; Η απάντηση είναι αρνητική και μας αποκαλύπτει ότι το κόστος της λειτουργίας του θεσμού του ΕΚΚ δεν αντιστοιχεί στην πολιτισμική του συνεισφορά. Αν έκλεινε… χθες, θα έλειπε μόνο από τους σκηνοθέτες που επιδοτεί. Η κοινωνία θα διάβαζε αδιάφορα την είδηση για το κλείσιμό του.
Και το υπουργείο Πολιτισμού αρκείται σε ρόλο διακοσμητικό. Οι πολιτικές του εξαντλούνται σε διαχειριστικές πρακτικές και επικοινωνιακές χειρονομίες. Η ενθάρρυνση τολμηρών πρωτοβουλιών, η στήριξη δημιουργών που επιθυμούν να καταπιαστούν με την ιστορική και μυθολογική θεματολογία, η συγκρότηση μακρόπνοης στρατηγικής για τον ελληνικό πολιτισμό δεν υπηρετούνται απ’ αυτό το υπουργείο… πολυτελείας. Θα ήταν ακριβές και δικαιολογημένο να ισχυριστεί κάποιος ότι είναι από αχρείαστο έως επιβλαβές για τον ελληνικό πολιτισμό.
Στον ηλιόλουστο, δοξασμένο και πικρό τόπο μας υπάρχει ακόμα ένα πρόβλημα: η ελληνόφωνη μεγαλοαστική τάξη.
Ανασφαλής και ξενομανής, προσλαμβάνει τον πολιτισμό ως καταναλωτικό προϊόν και φολκλόρ για το οποίο «τρελαίνονται» οι ξένοι επιχειρηματίες, οι διασημότητες και οι πρεσβευτές των ισχυρών χωρών.
Η σχέση των πλουσίων με την παράδοση παραμένει επιφανειακή και συχνά κωμική. Η μίμηση «διεθνών» προτύπων θεωρείται από εκείνους δείγμα προόδου. Η ενασχόληση με το εγχώριο πολιτισμικό απόθεμα εκλαμβάνεται συχνά ως ένδειξη επαρχιωτισμού. Οι εθισμοί της οικονομικής ολιγαρχίας, ψυχολογικοί και άλλοι, ενισχύουν αυτή την απομάκρυνση από κάθε έκφανση της εθνικής ταυτότητας.
Υπάρχουν όμως σκηνοθέτες που θα μπορούσαν να αναμετρηθούν δημιουργικά με την ελληνική ιστορική και μυθολογική ύλη; Όχι. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όπως ο Γιάννης Σμαραγδής, αποφεύγουν θέματα που τους «βρομούν» έθνος και Χριστό. Συμπεριφέρονται λες και η συγκεκριμένη θεματολογία τούς προκαλεί αλλεργία. Η πρόκληση της ανάδειξης της ελληνικής παράδοσης απαιτεί πνευματικό θάρρος και αισθητική καλλιέργεια – χαρίσματα που βρίσκονται σε έλλειψη εδώ και δεκαετίες στον ημεδαπό κινηματογραφικό ερημότοπο.
Η ΕΡΤ και οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί επενδύουν συστηματικά σε προϊόντα εύκολης κατανάλωσης. Ριάλιτι, υποκουλτούρα και ατέρμονες συζητήσεις χαμηλής στάθμης καταλαμβάνουν τον δημόσιο χρόνο. Η δυνατότητα καλλιέργειας συλλογικής μνήμης και πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας παραμένει αναξιοποίητη.
Η ορθή αντίδραση απέναντι σε τέτοιες κινηματογραφικές επιλογές δεν βρίσκεται στην οργή ούτε στην αυτάρεσκη καταγγελία. Βρίσκεται στη δημιουργία. Στην ανάληψη ευθύνης. Στο άναμμα μιας φλόγας που θα μεταδοθεί. Όσο παραμένουμε αδρανείς απέναντι στη δική μας πολιτισμική κληρονομιά, άλλοι θα συνεχίσουν να τη διαχειρίζονται σύμφωνα με τα δικά τους παρακμιακά αφηγήματα.







Σχόλια