Ο κοινός Αγώνας, δεν είναι κομματικό λάφυρο!
Στη σκιά του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ενώπιον της πολιτικής ευθύνης, δεν χωρούν μικροψυχίες, καλπονοθείες και ψηφοθηρίες!

Η απαξίωση του Νίκου Παπαδόπουλου και του "Ελληνικού Παλμού" που καταγγέλλεται στη συγκέντρωση της Θεσσαλονίκης, οι πολιτικές διασυνδέσεις προσώπων που βρέθηκαν στο βήμα και οι αντιφάσεις της «Ελληνικής Λύσης» του Βελόπουλου, θέτουν ένα αμείλικτο ερώτημα: Ποιοι υπηρετούν την αντίσταση των πολιτών και ποιοι επιδιώκουν να αποκτήσουν την αποκλειστική εκμετάλλευσή της;

Στον χώρο όπου δεσπόζει το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, εκεί όπου η Θεσσαλονίκη συναντά την ιστορική μνήμη του Ελληνισμού, η συγκέντρωση της 18ης Οκτωβρίου για τις ψηφιακές ταυτότητες και τον Προσωπικό Αριθμό, έφερε ξανά στο προσκήνιο ένα ζήτημα βαθύτερο από οποιαδήποτε διοικητική μεταβολή: Τη σχέση του ανθρώπου με μια εξουσία που διευρύνει διαρκώς τις δυνατότητες καταγραφής, διασύνδεσης και επεξεργασίας των προσωπικών του στοιχείων.
Οι πολίτες που κινητοποιούνται απέναντι στον Προσωπικό Αριθμό και στις ψηφιακές ταυτότητες δικαιούνται συγκεκριμένες απαντήσεις για την ιδιωτικότητα, την ελευθερία της συνείδησης και τα όρια της κρατικής παρέμβασης. Δικαιούνται να εκφράζουν την ανησυχία τους χωρίς λοιδορίες και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς. Δικαιούνται, επίσης, να αγωνίζονται χωρίς να αντιμετωπίζονται ως διαθέσιμη εκλογική πελατεία.
Στη συγκέντρωση που διοργάνωσαν το ΕΞΟΔΟΣ και η ΠΟΕΥ, με τη στήριξη συλλογικοτήτων της Θεσσαλονίκης, παρευρέθηκε ο βουλευτής Θεσσαλονίκης και πρόεδρος του «Ελληνικού Παλμού» Νίκος Παπαδόπουλος.
Ήταν ο μοναδικός βουλευτής Θεσσαλονίκης από τους 22 συνολικά, που έδωσε το «παρών».
Βεβαίως, η απουσία των υπόλοιπων βουλευτών της πόλης και πολιτικών αρχηγών που τοποθετούνται δημοσίως εναντίον του Προσωπικού Αριθμού, ήταν κι αυτό ένα όντως αξιοπερίεργο.
Η παρουσία λοιπόν του Νίκου Παπαδόπουλου (ο Βελόπουλος δεν είχε τα ...κότσια να παρευρεθεί) είχε επομένως σαφές πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο, μιας και είναι ο μόνος πλέον που έχει τα...κάκαλα μέσα από ένα κοινοβούλιο που απαρτίζεται από 300 βουλευτές που ευχαρίστως, όχι προσωπικούς αριθμούς θα έπαιρναν προκειμένου να βρίσκονται εκεί, αλλά θα σκότωναν και τη μάνα τους από πάνω.
Ένας λοιπόν εν ενεργεία κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος, επέλεξε να συμμετάσχει σε κινητοποίηση που δεν διοργάνωνε ο δικός του πολιτικός φορέας. Προσήλθε σε έναν κοινό χώρο διαμαρτυρίας, αναγνωρίζοντας ότι η υπόθεση υπερβαίνει τα κομματικά όρια. Αυτή η επιλογή δημιουργούσε μια ευκαιρία ουσιαστικής συνάντησης. Η μεταχείριση που καταγγέλλεται ότι ακολούθησε εγείρει πολύ σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο την αντιλήφθηκαν οι διοργανωτές.
Το μικρόφωνο, ο αποκλεισμός και η επιλεκτική «ανεξαρτησία»
Σύμφωνα με το δημοσίευμα του ιστολογίου «Παιδαγωγός», την παρουσίαση της συγκέντρωσης είχε αναλάβει ο δημοσιογράφος Αλέξανδρος Τσίγγος, ο οποίος έδωσε τον λόγο στον Στέφανο Δαμιανίδη, επίσης δημοσιογράφου και επιμελητή της Πρωϊνής ζώνης του ρ/σ «Focus FM».
Ο τελευταίος, κατά την ίδια αναφορά, μίλησε εκτενώς, χωρίς η παρέμβασή του να περιλαμβάνεται στον αρχικό προγραμματισμό. Αντιθέτως, στον Νίκο Παπαδόπουλο δεν παραχωρήθηκε ούτε σύντομος χαιρετισμός, παρά τις διαμαρτυρίες παρευρισκομένων.
Εδώ βρίσκεται η συγκεκριμένη αντίφαση που απαιτεί απάντηση. Εάν υπήρχε απαρέγκλιτος προγραμματισμός, πώς έγινε δεκτή μια πρόσθετη παρέμβαση; Εάν υπήρχε χρονικό περιθώριο για τον Δαμιανίδη, γιατί δεν υπήρχε για έναν χαιρετισμό του παρόντος ανεξάρτητου βουλευτή; Και εάν εφαρμόστηκε κανόνας αποφυγής κομματικών τοποθετήσεων, με ποιο κριτήριο αξιολογήθηκαν οι πολιτικές ιδιότητες όσων τελικά μίλησαν;
Κανένας αιρετός δεν διαθέτει αυτονόητο δικαίωμα να καταλαμβάνει το βήμα μιας κοινωνικής εκδήλωσης. Ωστόσο, οι οργανωτές οφείλουν να εφαρμόζουν κοινούς κανόνες. Όταν επιτρέπονται παρεμβάσεις προσώπων με πολιτικό λόγο και αποκλείεται ένας παρών βουλευτής που δραστηριοποιείται πάνω στο ίδιο αντικείμενο, η επιλογή αποκτά πολιτικό βάρος. Η επίκληση του ακομμάτιστου χαρακτήρα κρίνεται από τη συνέπεια της εφαρμογής της.
Εφ' όσον τα περιστατικά έχουν όπως περιγράφονται, πρόκειται για απαξίωση που υπονομεύει τη διακηρυγμένη ενότητα. Η παρουσία ενός ανθρώπου γίνεται αποδεκτή ως προσθήκη στο πλήθος, ενώ η φωνή του αντιμετωπίζεται ως ανεπιθύμητη. Μια τέτοια πρακτική προσβάλλει την εμπιστοσύνη όσων προσήλθαν θεωρώντας ότι συμμετέχουν σε μια ανοικτή κινητοποίηση με κοινό σκοπό.
Οι πολιτικές ιδιότητες πίσω από το βήμα
Η ανάρτηση του «Παιδαγωγού» προσθέτει συγκεκριμένα στοιχεία στη συζήτηση. Αναπαράγει εικόνα από το δημόσιο προφίλ του Στέφανου Δαμιανίδη, στο οποίο εμφανίζεται ως πολιτευτής της «Ελληνικής Λύσης» στην Α΄ Θεσσαλονίκης. Παραθέτει επίσης στιγμιότυπο της ιστοσελίδας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όπου το όνομά του περιλαμβάνεται στους τοπικούς συνεργάτες της ηλικιωμένης ευρωβουλευτού Γαλάτως Αλεξανδράκη, η οποία κανονικά δεν έπρεπε καν να υπάρχει μέσα εκεί λόγω ηλικίας, περιορισμένης μορφώσεως και πλήρη άγνοια της αγγλικής ή άλλης ισότιμης γλώσσας της ΕΕ.
Η πολιτική ιδιότητα ενός ομιλητή είναι θεμιτή. Οφείλει, όμως, να λαμβάνεται υπόψη όταν οι υπεύθυνοι επικαλούνται την αποφυγή κομματικής παρουσίας ή όταν διαχειρίζονται επιλεκτικά την πρόσβαση στο μικρόφωνο. Το ίδιο μέτρο πρέπει να ισχύει για όλους. Διαφορετικά, η «ανεξαρτησία» κινδυνεύει να καταλήξει βολική επιγραφή πάνω από μια άνιση πρακτική.
Ο Δαμιανίδης δικαιούται να εκφράζει τις θέσεις του. Οι διοργανωτές δικαιούνται να τον προσκαλούν. Η ευθύνη τους όμως, αρχίζει από τη στιγμή που καλούνται να εξηγήσουν γιατί η δική του παρέμβαση έγινε δεκτή, ενώ ο χαιρετισμός του Παπαδόπουλου απορρίφθηκε.
Η απάντηση χρειάζεται ονόματα, αρμοδιότητες και συγκεκριμένα κριτήρια.
Το δημοσίευμα δεν προσδιορίζει με σαφήνεια ποιος έλαβε προσωπικά την απόφαση του αποκλεισμού. Γι’ αυτό η ευθύνη της εξήγησης βαρύνει πρωτίστως τους διοργανωτές και όσους διαχειρίστηκαν το πρόγραμμα. Η ασάφεια αυτή καθιστά ακόμη πιο αναγκαία τη δημόσια τοποθέτησή τους.
Η κοινή ραδιοφωνική στέγη και οι ευθύνες των διοργανωτών
Στο υλικό της ανάρτησης, περιλαμβάνεται εικόνα του προγράμματος του Focus FM, στην οποία εμφανίζονται εκπομπές του Στέφανου Δαμιανίδη, του Κυριάκου Βελόπουλου και του Αλέξανδρου Τσίγγου. Η επαγγελματική αυτή συνάφεια αποκτά πολιτική σημασία μέσα στο πλαίσιο της καταγγελλόμενης άνισης μεταχείρισης μιας και ο Focus FM ελέγχεται από τον ίδιο τον Βελόπουλο και την «Ελληνική Λύση».
Βέβαια, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε, τουλάχιστον δημοσίως, ότι η κοινή ραδιοφωνική παρουσία αποδεικνύει από μόνη της ότι ο Βελόπουλος έδωσε εντολή αποκλεισμού του Παπαδόπουλου. Αλλά...αν αναρρωτηθούμε το «τι κάνει...νιάου νιάου στα κεραμύδια», η ένδειξη αυτή προσλαμβάνει διαστάσεις. Εξ άλλου, ο Βελόπουλος δεν διαφημίζεται και ως...τέλειος δημοκράτης.Ωστόσο όμως, αναδεικνύει έναν κύκλο σχέσεων που καθιστά επιτακτική την ανάγκη διαφάνειας. Ποιος διαχειριζόταν το πρόγραμμα; Ποιος ενέκρινε τις πρόσθετες παρεμβάσεις; Και εν τέλει, ποιός αποφάσισε ότι ο Παπαδόπουλος δεν θα χαιρετίσει;
Το ίδιο δημοσίευμα αναφέρεται στη φιλική σχέση του προέδρου της ΠΟΕΥ, κ. Καλογερίδη, με τον Δαμιανίδη και σημειώνει ότι ο πρώτος φιλοξενήθηκε στην εκπομπή του δεύτερου την επομένη της συγκέντρωσης. Άρα, το συμπέρασμα έρχεται από μόνο του.
Η ευθύνη ασφαλώς, αφορά τόσο την ομάδα «ΕΞΟΔΟΣ» όσο και την ΠΟΕΥ. Όποιος αναλαμβάνει μια δημόσια κινητοποίηση, αναλαμβάνει και την ευθύνη των όρων διεξαγωγής της. Ο συγκεντρωμένος κόσμος δικαιούται να γνωρίζει αν το βήμα λειτουργεί με κοινούς κανόνες ή με προσωπικές προσβάσεις.
Η κοινωνική αγωνία δεν προσφέρεται για κομματική εκμετάλλευση
Η καπήλευση επί της ουσίας, αρχίζει τη στιγμή που ένας οργανωτικός ή πολιτικός μηχανισμός αντιμετωπίζει τον συγκεντρωμένο κόσμο ως περιουσία προς διαχείριση. Όταν η κοινή υπόθεση υποχωρεί μπροστά στον έλεγχο του βήματος. Όταν η συμμετοχή αξιολογείται με βάση το πιθανό κομματικό όφελος. Όταν η προσφορά ενός ανθρώπου αναγνωρίζεται μόνο εφόσον παραμένει πολιτικά ακίνδυνος για τους υπόλοιπους.
Οι συμπατριώτες μας που ανησυχούν για τον Προσωπικό Αριθμό δεν χρωστούν πολιτική υποταγή σε κανέναν. Ούτε σε κόμματα ούτε σε παρουσιαστές ούτε σε ομάδες που διεκδικούν την αποκλειστική εκπροσώπηση της αντίστασης.
Η προσέλευσή τους σε μια συγκέντρωση αποτελεί συμμετοχή σε έναν αγώνα. Κανένας δεν εξουσιοδοτείται να την ερμηνεύει ως παράδοση της πολιτικής τους συνείδησης.
Εδώ ακριβώς δοκιμάζεται η εντιμότητα κάθε πρωτοβουλίας. Στην προθυμία της να σεβαστεί την αυτονομία των συμμετεχόντων, να αναγνωρίσει τη συνεισφορά ανθρώπων έξω από τον δικό της κύκλο και να αντέξει την παρουσία ενός πολιτικού «ανταγωνιστή» που εν προκειμένω δεν είναι κάν τέτοιος, χωρίς μικρόψυχους αποκλεισμούς.
Η ενότητα απαιτεί γενναιοδωρία και καθαρούς κανόνες. Όποιος επιθυμεί μόνο το πλήθος, αλλά δυσφορεί απέναντι στις ανεξάρτητες φωνές που βρίσκονται μέσα σε αυτό, οφείλει να αναμετρηθεί με τη δική του αντίφαση.
Η Ελληνική Λύση απέναντι στη δική της επιλογή
Για την «Ελληνική Λύση» και τον Κυριάκο Βελόπουλο έχουμε γράψει πολλά. Εγώ προσωπικά του είχα κάνει αρκετές επιθέσεις στο διαδίκτυο με άρθρα μου και κάποια στιγμή έγινε και προσωπικό το ζήτημα, όταν εκείνος πριν 3 και βάλε χρόνια, έκανε ραδιοφωνική εκπομπή μεταφέροντας επ ακριβώς στο κοινό ένα...ιστορικό μου άρθρο χωρίς καν να αναφέρει το όνομα μου. Δε με πείραξε αυτό, κάθε άλλο. Η απαξίωση με πείραξε, γιατί ενώ αυτοπροσδιορίζεται ως φιλόλογος και Ιστορικός, αμφιβάλλω αν ξέρει το 1/10 της Ελληνικής και Ευρωπαικής Ιστορίας.
Με τον Βελόπουλο λοιπόν, υπάρχει κι ένα συγκεκριμένο πολιτικό δεδομένο που δεν παρακάμπτεται με συνθήματα. Στην υπόθεση της «Εθνικής Πινακοθήκης» όπου ο Παπαδόπουλος, μαζί με τον δημοσιογράφο και Θεολόγο Διονύση Μακρή, καταγκρέμισαν τα κακότεχνα βδελύγματα του Κατσαδιώτη , η «Ελληνική Λύση» ψήφισε υπέρ της άρσης της ασυλίας του Νίκου Παπαδόπουλου.
Σύμφωνα με τη σχετική ειδησεογραφική καταγραφή, χαρακτήρισε τη συμπεριφορά του Παπαδόπουλου...κακό παράδειγμα για τη νεολαία!!!
Η επιλογή αυτή είναι ανοιχτή σε αυστηρή πολιτική κριτική. Ένα κόμμα που προβάλλει την υπεράσπιση της Ορθοδοξίας ως βασικό στοιχείο της ταυτότητάς του αν μη τι άλλο, οφείλει να εξηγήσει στους πιστούς πώς στάθμισε την προσβολή του θρησκευτικού τους αισθήματος και ποια έμπρακτη στάση υιοθέτησε απέναντι στην έκθεση που προκάλεσε την αντίδραση. Η συνέπεια κρίνεται εκεί όπου η διακήρυξη συναντά το κόστος της επιλογής.
Για όσους ένιωσαν βαθιά προσβεβλημένοι από τα έργα του Χριστόφορου Κατσαδιώτη, ο Παπαδόπουλος εξέφρασε μια αγανάκτηση που θεωρούσαν πολιτικά ακάλυπτη. Η δικαστική αξιολόγηση των πράξεών του και η πολιτική αποτίμηση της στάσης του είναι διαφορετικά ζητήματα. Η πρώτη δεν εξαντλεί τη δεύτερη, όπως και η διαφωνία με την καταστροφή έργων δεν απαλλάσσει κανέναν από την υποχρέωση να απαντήσει στην ουσία της θρησκευτικής προσβολής.
Ο Βελόπουλος οφείλει να λογοδοτήσει πολιτικά για αυτή την επιλογή. Η πατριωτική και θρησκευτική ρητορική δημιουργεί υποχρεώσεις συνέπειας. Οι ψηφοφόροι δικαιούνται να συγκρίνουν τις διακηρύξεις με τις κοινοβουλευτικές πράξεις και να εξάγουν τα συμπεράσματά τους.
Η πολιτική αξιοπιστία δεν εξασφαλίζεται με επαναλαμβανόμενες δηλώσεις πίστεως. Χρειάζεται σταθερότητα, σαφήνεια και προθυμία ανάληψης ευθύνης όταν τα πράγματα γίνονται δύσκολα.
Από τη συγκέντρωση στη Βουλή: η συνέχεια της παρέμβασης
Η παρουσία του Παπαδόπουλου στη συγκέντρωση συνδέεται, στο δημοσίευμα, με συγκεκριμένη κοινοβουλευτική δραστηριότητα. Αναφέρεται ότι τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου κατατέθηκε επίκαιρη ερώτηση για την άρνηση έκδοσης αθλητικών δελτίων σε αθλητές άνω των δώδεκα ετών χωρίς αστυνομική ταυτότητα, ενώ παρατίθεται σύνδεσμος προς το σχετικό κοινοβουλευτικό έγγραφο.
Η αναφορά προσθέτει ουσιαστικό περιεχόμενο στην πολιτική του παρουσία. Μεταφέρει τη συζήτηση από το γενικό σύνθημα στις συνέπειες που καταγγέλλουν οικογένειες για την καθημερινότητα των παιδιών τους. Εκεί οφείλει να δοκιμάζεται κάθε πολιτική παρέμβαση: στην ανάδειξη συγκεκριμένων προβλημάτων, στην απαίτηση υπεύθυνων απαντήσεων και στην επιδίωξη λύσεων.
Η πολιτική συνέπεια ουσιαστικά, φαίνεται στη συνέχεια της προσπάθειας. Στην κατάθεση ερωτήσεων, στην παρακολούθηση των απαντήσεων, στην επαναφορά ενός ζητήματος όταν παραμένει άλυτο. Η συμμετοχή στον δρόμο και η εργασία μέσα στη Βουλή μπορούν να λειτουργούν συμπληρωματικά, δίνοντας θεσμική διέξοδο σε κοινωνικές ανησυχίες.
Υπό αυτό το πρίσμα, η απαξίωση ενός παρόντος εκπροσώπου που ασκεί σχετικό κοινοβουλευτικό έλεγχο έχει ιδιαίτερο πολιτικό βάρος. Οι διοργανωτές όφειλαν να αναγνωρίσουν αυτή τη συνάφεια και να αιτιολογήσουν καθαρά τη στάση τους.
Η ευρωπαϊκή εκπροσώπηση απαιτεί έργο και αυτοτελή παρουσία
Η αναφορά στη συνεργασία του Δαμιανίδη με τη Γαλάτω Αλεξανδράκη φέρνει στη συζήτηση και το ζήτημα της ευρωπαϊκής εκπροσώπησης της «Ελληνικής Λύσης». Το κρίσιμο ερώτημα αφορά το έργο της ευρωβουλευτού, τη δημόσια παρουσία της και τον βαθμό στον οποίο ασκεί αυτοτελώς την εντολή που της έδωσαν οι εκλογείς.
Η ηλικία και το επάγγελμά της δεν απαντούν σε αυτά τα ερωτήματα. Η εκπροσώπηση κρίνεται από την εργασία, την επάρκεια και τη λογοδοσία. Οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν ποιες θέσεις υποστηρίζει, ποιες πρωτοβουλίες αναλαμβάνει και πώς εξηγεί τις επιλογές της. Δικαιούνται επίσης διαφάνεια για τον ρόλο των συνεργατών της, εφ' όσον πρόκειται για ένα άτομο προχωρημένης ηλικίας, σχεδόν αμόρφωτο (έχει βγάλει λέει το δημοτικό μετα...ζόρια) και με κύρια ασχολία την πώληση κρεάτων και πουλερικών, βοηθώντας τον σύζυγο της. Το γεγονός του πώς τελικά ...εκλέχτηκε ευρωβουλευτής, αφήνοντας πίσω κάποιους άλλους με τα αυτονόητα προσόντα, είναι ένα ζήτημα που...ποτέ δεν απαντήθηκε. Πάπντως, κατά την άποψη μου, μόνο τυχαίο δεν ήταν.
Δε λέω, η ύπαρξη συνεργατών αποτελεί κανονικό στοιχείο της κοινοβουλευτικής εργασίας. Η πολιτική ευθύνη όμως, παραμένει στον αιρετό. Εκείνος οφείλει να έχει αναγνωρίσιμη παρουσία, να αναλαμβάνει προσωπικά τις αποφάσεις του και να δίνει συγκεκριμένο απολογισμό.
Η Ελληνική Λύση ποτέ δεν απάντησε σε αυτά ουσιαστικά. Διότι, η πατριωτική εκπροσώπηση στις Βρυξέλλες απαιτεί περιεχόμενο, προσωπική ευθύνη και ορατή εργασία. Η κομματική ταμπέλα από μόνη της, εννοείται πως δεν αποτελεί πιστοποιητικό επάρκειας.
Οι δημοσκοπήσεις και το δικαίωμα πολιτικής ορατότητας
Και πάμε τώρα σε άλλο κομμάτι, εξ ίσου σοβαρό. Ο Ελληνικός Παλμός έχει θέσει δημοσίως αίτημα συμπερίληψής του στις δημοσκοπικές έρευνες πρόθεσης ψήφου. Το αίτημα θέτει ζήτημα διαφάνειας ως προς τα κριτήρια επιλογής των πολιτικών σχηματισμών που καταγράφονται ονομαστικά και παρουσιάζονται χωριστά στους δημοσιευμένους πίνακες.
Οι εταιρείες λοιπόν πρέπει να εξηγούν τη μεθοδολογία τους, τον τρόπο καταγραφής των αυθόρμητων απαντήσεων και τις προϋποθέσεις χωριστής παρουσίασης ενός φορέα. Η έλλειψη σαφούς εξήγησης αφήνει χώρο για δυσπιστία, ιδιαίτερα όταν μια πολιτική κίνηση διαθέτει κοινοβουλευτική παρουσία και δημόσια δραστηριότητα.
Η απουσία από έναν δημοσιευμένο πίνακα δεν αποδεικνύει από μόνη της οργανωμένο σχέδιο αποκλεισμού ούτε επιτρέπει ασφαλή συμπεράσματα για άγνωστα εκλογικά ποσοστά. Επιβάλλει, όμως, την απαίτηση για σαφήνεια. Η μέτρηση της κοινής γνώμης επηρεάζει και την εικόνα που σχηματίζει η κοινωνία για τις διαθέσιμες πολιτικές επιλογές της.
Καμία εταιρεία δεν δικαιούται να αντιμετωπίζει τα σχετικά ερωτήματα ως ενόχληση. Όταν οι μετρήσεις παρεμβαίνουν τόσο έντονα στον δημόσιο διάλογο, η διαφάνεια αποτελεί ουσιαστική δημοκρατική υποχρέωση. Ο πολίτης πρέπει να γνωρίζει πώς προκύπτει η εικόνα που του παρουσιάζεται και ποιοι περιορισμοί τη συνοδεύουν.
Οι πολίτες και η πίστη τους δεν ανήκουν σε μηχανισμούς
Μέσα σε αυτή τη συζήτηση χρειάζεται να διαφυλαχθεί η αξία της συμμετοχής των ίδιων των πολιτών. Η ανάρτηση του «Παιδαγωγού» αναφέρεται στην παρουσία λαϊκών, ιερέων και μοναχών, καθώς και σε μηνύματα συμπαράστασης από αγιορείτικες μονές και άλλα μοναστήρια.
Οι άνθρωποι αυτοί προσήλθαν με τη δική τους αγωνία, τη δική τους πίστη και τη δική τους συνείδηση. Η συμμετοχή τους δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως πολιτικό άλλοθι για τις επιλογές οποιουδήποτε οργανωτικού κύκλου. Η θρησκευτική τους ευαισθησία απαιτεί σεβασμό και η πολιτική τους αυτονομία παραμένει απαραβίαστη.
Ακριβώς επειδή ο συγκεκριμένος αγώνας έχει σημασία για όσους τον στηρίζουν, η διαχείρισή του χρειάζεται αυξημένη εντιμότητα. Η ενότητα οικοδομείται όταν οι κανόνες είναι καθαροί, όταν οι εξηγήσεις δίνονται δημόσια και όταν κανένας δεν απαιτεί από τους υπόλοιπους να ανεχθούν την υποτίμησή τους χάριν μιας επίπλαστης ομοψυχίας.
Η πίστη, η πατρίδα και η αγωνία για το μέλλον των παιδιών μας δεν προσφέρονται για εμπορία πολιτικών διαπιστευτηρίων. Κανένας μηχανισμός δεν δικαιούται να εισπράττει την εμπιστοσύνη των πολιτών και κατόπιν να διαχειρίζεται τη φωνή τους σύμφωνα με τις εκλογικές του ανάγκες.
Η ελευθερία κρίνεται και μέσα στον ίδιο τον αγώνα
Ο Νίκος Παπαδόπουλος δικαιούται να κρίνεται για τις θέσεις και τις πράξεις του, να αντιπαρατίθεται δημόσια και να απαντά στους επικριτές του. Δικαιούται επίσης να αντιμετωπίζεται με στοιχειώδη πολιτική ισοτιμία από εκείνους που επικαλούνται την κοινή υπόθεση. Η καταγγελλόμενη απαξίωσή του απαιτεί συγκεκριμένη απάντηση από τους υπευθύνους της εκδήλωσης.
Το ερώτημα παραμένει απλό και επίμονο: Γιατί βρέθηκε χρόνος και χώρος για τον Δαμιανίδη, ενώ δεν βρέθηκε για έναν χαιρετισμό του Παπαδόπουλου; Οι διοργανωτές οφείλουν να εξηγήσουν την απόφασή τους. Οι πολίτες δικαιούνται να αξιολογήσουν την εξήγηση και να κρίνουν τη συνέπειά της.
Η υπεράσπιση της ελευθερίας δοκιμάζεται και μέσα στις ίδιες τις κινητοποιήσεις που την επικαλούνται. Στον τρόπο που παραχωρείται ο λόγος, στον σεβασμό της διαφωνίας, στην αποφυγή κομματικών αποκλεισμών, στην αναγνώριση της προσφοράς χωρίς απαίτηση υποταγής. Ένας αγώνας χάνει την ηθική του δύναμη όταν μετατρέπεται σε μηχανισμό ελέγχου όσων συμμετέχουν σε αυτόν.
Θα διατηρήσει το νόημά του όσο οι άνθρωποι που τον στηρίζουν επιμένουν στην ανεξαρτησία, στην αλήθεια και στην αξιοπρέπειά τους. Όσο απαιτούν απαντήσεις από την εξουσία και από εκείνους που διεκδικούν να τους εκπροσωπήσουν. Όσο αρνούνται να παραδώσουν την κοινή τους αγωνία σε επίδοξους ιδιοκτήτες.
Ο αγώνας συνεχίζεται αδέρφια. Και δεν αποτελεί λάφυρο κανενός.
Πύρινος Λόγιος



Εξαιρετική η γραφή! Ουσιαστικές οι τοποθετήσεις!