Ποιοι επιδιώκουν την ελληνική «φινλανδοποίηση» και υποδούλωση;
- sergioschrys
- πριν από 4 ώρες
- διαβάστηκε 7 λεπτά
Η πρόσφατη Σύνοδος του ΝΑΤΟ κατέδειξε με κραυγαλέο τρόπο την αναβάθμιση του γεωστρατηγικού ρόλου της Τουρκίας που καθίσταται πλέον ...«μονάκριβη» στα μάτια της Δυτικής Συμμαχίας

Μέρος A': Διπλωματία με το «δόγμα ...Αλεξάνδρας!»

Η πρόσφατη Σύνοδος του ΝΑΤΟ κατέδειξε με κραυγαλέο τρόπο την αναβάθμιση του γεωστρατηγικού ρόλου της Τουρκίας που καθίσταται πλέον «μονάκριβη» στα μάτια της Δυτικής Συμμαχίας. Κατέδειξε όμως και την αντίστοιχη περιθωριοποίηση της «μικράς, πλην εντίμου Ελλάδος» που διαθέτει μοναδικά γεωπολιτικά πλεονεκτήματα, αλλά παράλληλα διαθέτει σάπιους πολιτικούς, ανίκανους καιαπρόθυμους να τα αξιοποιήσουν.
Δεν θα σταθώ τόσο στο «επιχειρησιακό τετελεσμένο» που δημιουργούν τα νέα στρατηγεία όσο στην εξαφάνιση από τα ραντάρ δημοσιότητας της ελληνικής αμυντικής συνεισφοράς, παρότι η χώρα μας είναι -εδώ και δεκαετίες- από τα πιο συνεπή μέλη της Συμμαχίας στις στρατιωτικές δαπάνες. Η αντικειμενική αξία στρατηγικών υποδομών της πατρίδας μας, όπως το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης,σκοπίμως υποτιμάται, ενώ την ίδια ώρα η κυβέρνηση Μητσοτάκη εξακολουθεί να πλειοδοτεί στη στήριξη του ναζιστικού καθεστώτος Ζελένσκι παραχωρώντας δωρεάν λειτουργικό εξοπλισμό των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων.
Τούτων δοθέντων, ο κ. Μητσοτάκης εμφανίστηκε στη Σύνοδο ως ένα είδος happy traveller, υπό τους ήχους τουρκικών εμβατηρίων, με διαπίστευση περισσότερο παρατηρητή παρά συμμετέχοντος. Ο ίδιος επωμίζεται συνειδητά την υποβάθμιση της Ελλάδος, αφού συναίνεσε χωρίς τον παραμικρό «αστερίσκο» στη νέα επιχειρησιακή δομή. Συνήθως σε τέτοιες διεθνείς συναντήσεις όπου κλέβει την παράσταση ο Τραμπ, προσπαθεί να περάσει απαρατήρητος για να αποφεύγει τις κακοτοπιές.
Στο παρελθόν προσπαθούσε να πιάσει καμιά κουβεντούλα, αλλά όταν ήρθε αντιμέτωπος με την πλήρη απαξίωση του πλανητάρχη και αναγκάστηκε να μιλάει στον εαυτό του, άλλαξε ρότα. Προχθές απέφυγε ακόμα και να συναντήσει το βλέμμα του Αμερικανού προέδρου, με τον φόβο μην του πετάξει κανένα από τα συνήθη προσβλητικά καλαμπούρια ή τον ρωτήσει τίποτα για το Αιγαίο και μπλέξει άσχημα.
Η θεωρία στο σύγχρονο κράτος των Αθηνών είναι απλή και λέει ότι όπου μαζεύονται ελέφαντες και βουβάλια δεν έχουν θέση, και πολύ περισσότερο δεν πρέπει να έχουν λόγο τα βατράχια. Μπορεί από ατύχημα να ποδοπατηθούν.
Πρακτικά πρόκειται για το λεγόμενο… «δόγμα Αλεξάνδρας». Αυτό που ανέπτυξε πριν από μερικά χρόνια μιλώντας εμπιστευτικά σε δημοσιογράφους η ανεκδιήγητη διπλωματική σύμβουλος του Κυριάκου, η ίδια που εσχάτως βολεύτηκε με μεταμεσονύκτια τροπολογία σε θέση… μόνιμου υπηρεσιακού υφυπουργού Εξωτερικών, όπως αυτές που υπήρχαν επί χούντας στο υπουργείο του αλησμόνητου Παναγιώτη Πιπινέλη.
Η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, λοιπόν, η υφυπουργός, είχε πει ότι σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς η Ελλάδα πρέπει να έχει έναν και μόνο στόχο: «Να περνάει κάτω από τα ραντάρ. Απαρατήρητη». Να μην «προκαλούμε», δηλαδή.
Ιδιαίτερα τους απέναντι. Και φυσικά αυτό δεν αποτελεί αντίληψη μόνο της συγκεκριμένης κυρίας και του αφεντικού της, αλλά μιας ολόκληρης κάστας πολιτικών και διανοουμένων των Αθηνών, καθηγητών, συμβούλων και μεγαλοδημοσιογράφων που «διαμορφώνουν τις γνώμες», με όχημα αναφοράς στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής το πολυθρύλητο ΕΛΙΑΜΕΠ. Τη δεξαμενή σκέψης, της οποίας μέχρι σχετικά πρόσφατα γενικός διευθυντής υπήρξε ο Θάνος Ντόκος.
Ο δαιμόνιος «σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας» που παρακαλούσε τον υποτιθέμενο Ουκρανό ομόλογό του να μην έχουμε άλλο επεισόδιο με drone στα ελληνικά νησιά γιατί βρισκόμαστε σε τουριστική περίοδο, υφίσταται κίνδυνος ατυχήματος και αυτό θα είχε πολιτικό αντίκτυπο για την κυβέρνηση στις επερχόμενες εκλογές! Ο Ντόκος δεν είναι μεμονωμένη περίπτωση.
Είχε προηγηθεί ο Γεραπετρίτης που παρακαλούσε τον Φιντάν να μεταθέσει την ψήφιση του νομοσχεδίου για τη «Γαλάζια Πατρίδα», ώστε να προηγηθούν οι ελληνικές εκλογές και να μη δημιουργηθεί πρόβλημα στους σχεδιασμούς του Μητσοτάκη.
Αλλά οι οπαδοί του κατευνασμού και των «ήρεμων νερών» μέσω παραχώρησης εθνικών κεκτημένων δεν ανιχνεύονται μόνο στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Υπάρχουν και αναφύονται σταθερά σε ολόκληρο το κοινοβουλευτικό φάσμα. Προχθές ένας γυρολόγος του εθνομηδενισμού που εσχάτως βρήκε στασίδι στο νέο κόμμα του Τσίπρα έψεξε τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ επειδή είπε πως πρέπει επιτέλους να ποντιστεί το περιβόητο καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου, που έμεινε μετέωρο μετά τη δυναμική παρέμβαση της Τουρκίας στη Κάσο.
Ο Νίκος Μπίστης
Σιγοντάροντας τη γραμμή «αποφυγή έντασης με κάθε κόστος», ο Νίκος Μπίστης έφτασε να πει ότι το εύλογο αίτημα του κυρίου Ανδρουλάκη αποτελεί «ανέξοδο παλικαρισμό που αποσκοπεί στο χάιδεμα των αντιτουρκικών ρεφλέξ»!
Η πρωτοφανής αυτή δήλωση, που μοιάζει να έχει γίνει από εκπρόσωπο της κυβέρνησης Ερντογάν, προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις, αλλά σχεδόν αυτόματα πετάχτηκε ένας άλλος αστέρας του νέου… ρόστερ Τσίπρα, ο επικεφαλής του επιστημονικού ινστιτούτου, Γιώργος Σιακαντάρης, για να πει ότι «επιτέλους βρέθηκε ένας σαν τον Νίκο Μπίστη να επαναλάβει ορισμένες αλήθειες για όσα συμβαίνουν στην εξωτερική πολιτική».
Επομένως, δεν είναι μόνο το σύστημα Μητσοτάκη που αγοράζει πολιτικό χρόνο με τις παραχωρήσεις προς την Τουρκία. Είναι ένα πολύ ευρύτερο πλέγμα πολιτικών, ακαδημαϊκών και σχολιογράφων «έγκριτων εφημερίδων» που στηρίζουν τη σχολή της μειοδοσίας πάνω στο αφήγημα… καλύτερα να φινλανδοποιηθούμε παρά να αντισταθούμε.
Θεμελιωτής της θεωρίας της ελληνικής «φινλανδοποίησης» που έχει γίνει πολύ «hot» το τελευταίο διάστημα και σε κύκλους του υπουργείου Εξωτερικών είναι ο βασικός επικοινωνιακός σύμβουλος του Αλέξη Τσίπρα, ο γνωστός και μη εξαιρετέος Νίκος Μαραντζίδης, που βρέθηκε πρόσφατα στο στόχαστρο με αφορμή χρηματοδότηση από περίεργες οργανώσεις του εξωτερικού «πρακτορικής» χροιάς.
Ο Μαραντζίδης ήταν αυτός που πριν από μερικά χρόνια έριξε το πυροτέχνημα με τη φινλανδοποίηση, προκρίνοντάς την ως λύση για να ξεμπερδέψουμε με τις απειλητικές βλέψεις των απέναντι. Προφανώς όμως, παρότι δηλώνει ιστορικός, μάλλον δεν είχε την παραμικρή επίγνωση της ιστορικής βαρύτητας όσων πρότεινε ή, αντιθέτως, σκοπίμως προέβη σε αδόκιμες συγκρίσεις.
Η Φινλανδία αναγκάστηκε να εκχωρήσει σοβαρές πτυχές της εθνικής της κυριαρχίας έπειτα από έναν πικρό πόλεμο και αφού έχασε μεγάλο τμήμα της εδαφικής της επικράτειας. Αναλογίες με τη σημερινή Ελλάδα δεν υπάρχουν. Η σχολή Μαραντζίδη μάς προτρέπει να παραχωρήσουμε εδαφική κυριαρχία χωρίς να πέσει ντουφεκιά και να δεθούμε εφ' εξής στο άρμα της ισλαμικής Τουρκίας ως πρόθυμος δορυφόρος, διευκολύνοντας και την ευρωπαϊκή της προοπτική. Ομολογουμένως ασυνήθιστη αντίληψη ισορροπιών στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Τουλάχιστον για κάποιον που δηλώνει Ελληνας…
Μέρος Β': Ιστορικός αναθεωρητισμός και εθνική μειοδοσία
Τον Οκτώβριο του 2020, με νωπή την ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις από τα επεισόδια στον Εβρο, εξ' αιτίας της υποκινούμενης λαθροεισβολής, αλλά και τις βόλτες του « Ορούτς Ρέις» στο Αιγαίο, η εφημερίδα «Καθημερινή», γνωστή για τις «διαλλακτικές» θέσεις της στα εθνικά θέματα, δημοσίευσε ένα…καταπραϋντικό άρθρο του "ιστορικού" Νίκου Μαραντζίδη επίσης γνωστού για τη αναθεωρητική του ματιά στην ανάλυση των γεγονότων.
Το άρθρο είχε τον παρελκυστικό τίτλο: «Ο Πέλκας στη Φενερμπαχτσέ», αλλά έγινε περισσότερο γνωστό για την ατάκα «Θα φινλανδοποιηθούμε λοιπόν; Ε, και;».
Στο σχετικό αυτό πόνημα, ο γνωστός "καθηγητής", που το προηγούμενο διάστημα εκτελούσε χρέη αναλυτή δημοσκοπήσεων στον ΣΚΑΪ, αφού εξέφραζε με ιερή συγκίνηση τις οπαδικές του πεποιθήσεις και δήλωνε περήφανος που ένας Ελληνας παίκτης βρήκε περιθώριο μεταγραφής σε μια μεγάλη τουρκική ομάδα, επιβεβαιώνοντας τη λογική ότι «ο αθλητισμός ενώνει», καλούσε τις δύο χώρες να θάψουν επιτέλους το… τσεκούρι του πολέμου.
Πώς όμως; Με την άνευ όρων πρόσδεση της Ελλάδας στο άρμα της ισλαμικής Τουρκίας που ο ίδιος, αν και ιστορικός, εντελώς ανιστόρητα, βαφτίζει με τον όρο «φινλανδοποίηση».
Ο Μαραντζίδης εξηγεί ότι η Τουρκία είναι μια μεγάλη χώρα 85 εκατομμυρίων την οποία όλοι παίρνουν σοβαρά και εν ολίγοις εμείς μπροστά της δεν τα βγάζουμε πέρα και πρέπει να προχωρήσουμε σε μια αναίμακτη συνθηκολόγηση, που όμως, κατά την άποψή του, δεν θα είναι και τόσο επώδυνη…
Θα φινλανδοποιηθούμε, λοιπόν; Ε, και (τι έγινε); Γράφει ο…νοήμων Μαραντζίδης, προσθέτοντας ότι δεν αξίζει να τσακωνόμαστε διαρκώς με τους γείτονες για βραχονησίδες και μερικά χιλιόμετρα βυθού που δεν ξέρουμε αν ποτέ θα αξιοποιηθούν.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι οι Φινλανδοί, μετά την άτυπη μεταπολεμική συνθηκολόγηση που οδήγησε στην πρόσδεσή τους στο σοβιετικό άρμα, δεν πέρασαν καθόλου άσχημα. Απλώς προσάρμοσαν την εξωτερική πολιτική τους σε στάση «ευμενούς ουδετερότητας» απέναντι στη Μόσχα και έζησαν ήσυχοι τη ζωή τους.
Αυτό εξηγεί είναι το (ασήμαντο κατά τη γνώμη του) τίμημα μιας μικρότερης χώρας που προσαρμόζει την εξωτερική της πολιτική έναντι μιας μεγαλύτερης γειτονικής της, υπό τον φόβο πιθανής σύρραξης, από την οποία θα είχε περισσότερα να χάσει.
Το πιάσατε; Το ‘πιασε ευτυχώς τότε και ένας Φινλανδός φιλέλληνας που απάντησε στον Μαραντζίδη εξευτελίζοντάς τον κατά τον χειρότερο δυνατό τρόπο.
Με άρθρο του επίσης στην «Καθημερινή», ο Τέμου Λέχτινεν, σοβαρός πολιτικός αναλυτής, κυριολεκτικά κονιορτοποιεί τα ψευτοεπιχειρήματα του "Ελληνα" "ιστορικού" με τις ποδοσφαιρικές ανησυχίες.
Ο Λέχτινεν, καταγράφοντας την προσωπική του εμπειρία, εξηγεί τι συμβαίνει όταν μια χώρα διατηρεί ονομαστικά την εθνική της κυριαρχία, αλλά στην πραγματικότητα την έχει χάσει. «Είναι σα να ζεις δίπλα σε ένα θηρίο που φοβάσαι» γράφει. «Αποφεύγεις να το αναστατώσεις με κάθε κόστος. Ο φόβος διεισδύει στην κοινωνία από πάνω προς τα κάτω, και το αντίστροφο. Αλλάζει την πολιτική, τον πολιτισμό, τη δημοσιογραφία, την καθημερινή ζωή και τις σκέψεις. Τα πάντα υπαγορεύονται από τις ιδιοτροπίες που μπορεί να έχει το θηρίο – ή απ’ ό,τι πιστεύουν οι εκλεκτοί πολιτικοί στη μικρότερη χώρα ότι μπορεί να είναι οι ιδιοτροπίες του. Με την πάροδο του χρόνου, το θηρίο αναπτύσσει ισχυρό δίκτυο στο εσωτερικό της χώρας.
Κι όπως συνέβη στην περίπτωση της Φινλανδίας, το θηρίο επέλεξε ποιες εμπορικές συμφωνίες ήταν καλές για τη Φινλανδία και σε ποιες οργανώσεις θα μπορούσε να ενταχθεί. Το θηρίο επέλεξε ακόμα αρχηγούς κομμάτων, κατάλληλους προεδρικού υποψηφίους, αρχισυντάκτες εφημερίδων, διευθύνοντες συμβούλους της κρατικής τηλεόρασης. Η εξωτερική κυριαρχία κερδήθηκε, αλλά η εσωτερική κυριαρχία χάθηκε» καταλήγει ο Λέχτινεν.
Φανταστείτε λοιπόν τώρα τη μεταφορά στην ελληνική περίπτωση με απέναντι μια βουλιμική, νεο-οθωμανική και αλλόθρησκη Τουρκία που έχει σαφείς εδαφικές βλέψεις έναντι της χώρας μας. Γιατί, όπως ομολογεί κι ο Μαραντζίδης, στο επικό άρθρο του, εκτός από τα νησιά, λαχταρά και τη Θεσσαλονίκη, την πατρίδα του Κεμάλ, με τον ίδιο τρόπο που κι εμείς νοσταλγούμε την Κωνστατινούπολη!
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε την ειδοποιό διαφορά που αγνοεί ο Μαραντζίδης, σε σημείο ανησυχητικό για καθηγητή ιστορίας, και μάλλον θα πρέπει να προσέχουν και αυτοί που συνυπογράφουν βιβλία μαζί του, εκτός και αν δεν πρόκειται περί άγνοιας, αλλά περί σκόπιμης παράλειψης.
Η Φινλανδία ποτέ δεν παραδόθηκε αμαχητί στους Σοβιετικούς. Ούτε μια ωραία μέρα αποφάσισε ότι θα συνταχθεί με τη Μόσχα για να έχει την ησυχία της. Είχε προηγηθεί ο πολύ πικρός και δύσκολος «χειμερινός πόλεμος» του 1939-40, όπου οι Φινλανδοί αν και ηττήθηκαν χάνοντας σημαντικό τμήμα της επικράτειάς τους, στρίμωξαν πολύ άσχημα τους Σοβιετικούς προκαλώντας τους μεγάλες απώλειες και δείχνοντας ότι το τίμημα για μια ολοκληρωτική κατάληψη της χώρας θα ήταν δυσβάστακτο.
Στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Φινλανδοί συνεργάστηκαν στρατιωτικά με τους Ναζί και ανέκτησαν τα χαμένα εδάφη, αλλά μετά την ήττα της Γερμανίας αναγκάστηκαν να τα επιστρέψουν. Με τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων (1947), η Φινλανδία παραχώρησε στην ΕΣΣΔ τις εδαφικές ζώνες που ο Στάλιν θεωρούσε στρατηγικής σημασίας για την ασφάλεια της Αγίας Πετρούπολης: Πρωτίστως δηλαδή τη χερσόνησο της Καρελίας και την περιοχή του Πέτσαμο. που αποτελούσε τη μοναδική διέξοδο στον Αρκτικό Ωκεανό.
Στη μεταπολεμική περίοδο οι Σοβιετικοί άφησαν τους Φινλανδούς σε χαλαρή επιτήρηση ακριβώς επειδή είχαν εκπληρώσει τις εδαφικές τους επιδιώξεις. Δεν αποσκοπούσαν σε περαιτέρω επέκταση προς τη Σκανδιναβική Χερσόνησο. Γι’ αυτό τους επέτρεψαν να κινηθούν αυτόνομα, να υιοθετήσουν δικό τους οικονομικό μοντέλο και στο τέλος να μπουν στην Ευρωπαϊκή Ενωση!
Αυτή είναι και η κρίσιμη διαφορά με την περίπτωση της Ελλάδας. Οι Ρώσοι πήραν ό,τι ήθελαν και άφησαν τους Φινλανδούς ήσυχους. Η Τουρκία, αντίθετα, διατηρεί ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες για επέκταση προς δυσμάς. Θέλει να ελέγξει το Αιγαίο και θεωρεί όλα τα νησιά ανατολικότερα του 25ου μεσημβρινού δικά της. Εχει βλέψεις και στη Θράκη. Σύμφωνα με τον Μαραντζίδη δικαιούται να νοσταλγεί ακόμα και τη Θεσσαλονίκη.
Επομένως η ελληνική «φινλανδοποίηση» που προτείνουν αβασάνιστα οι εγχώριοι αναθεωρητές της ιστορίας, οι ξενόδουλες δεξαμενές σκέψης τύπου ΕΛΙΑΜΕΠ και οι διάφοροι σύμβουλοι που περιστοιχίζουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη, όσο και τον επίδοξο διάδοχό του, Αλέξη Τσίπρα, δεν αποτελεί κανενός είδους λύση. Γιατί απλούστατα το τουρκικό «θηρίο» δεν κατευνάζεται. Η ελληνική ενδοτικότητα και οι συνεχείς επικύψεις στην πράξη τού ανοίγουν την όρεξη για νέες εδαφικές αξιώσεις…



Σχόλια