Υφίσταται άτυπη σινορωσική συμμαχία;
- sergioschrys
- πριν από 3 ώρες
- διαβάστηκε 6 λεπτά
Όποιος κυριαρχεί στην Ευρασία, έχει τη βάση για να κυριαρχήσει στον κόσμο!

Η επίσκεψη Πούτιν στο Πεκίνο λίγες ημέρες μετά την επίσκεψη Τραμπ, αναδεικνύει εκ των πραγμάτων την Κίνα σε κέντρο των διπλωματικών διεργασιών, στο επίπεδο των τριών μεγάλων δυνάμεων!
Η συνάντηση Τραμπ-Πούτιν στην Αλάσκα είχε ερμηνευθεί σαν προσπάθεια του Αμερικανού προέδρου να αποκολλήσει τον Ρώσο ομόλογό του από τον εναγκαλισμό με τον Σι. Τα γεγονότα κατέδειξαν ότι η “συνεννόηση του Άνκορατζ” δεν είχε στρατηγικό βάθος.
Η αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα και η επίθεση εναντίον του Ιράν έχουν αλλάξει το γεωπολιτικό τοπίο, ωθώντας τον Ρώσο και τον Κινέζο πρόεδρο σε περαιτέρω σύμπλευση. Αυτό αποτυπώνει και η επίσκεψη Πούτιν, παρότι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν γνωρίζουμε τα αποτελέσματα των συνομιλιών κορυφής.
Η "συνεννόηση του Άνκορατζ" είχε τροφοδοτήσει μία φιλολογία ότι η Μόσχα θα χρησιμοποιούσε το άνοιγμα του Τραμπ, για να χαλαρώσει τη σχέση της με το Πεκίνο.
Το επιχείρημα ήταν ότι η σινορωσική σχέση ήταν ανισοβαρής. Προφανώς, η Ρωσία είχε ζωτική ανάγκη τις αγορές της Κίνας και της Ινδίας για πουλήσει –με σοβαρή έκπτωση– πετρέλαιο και φυσικό αέριο, μετά τις ευρωπαϊκές κυρώσεις. Η Ρωσία είχε επίσης ζωτική ανάγκη από βιομηχανικά υλικά και προϊόντα, απολύτως αναγκαία για την πολεμική βιομηχανία της, αλλά και για τις καταναλωτικές ανάγκες των ρωσικών νοικοκυριών.
Αυτή την πραγματικότητα επικαλούνται όσοι δυτικοί αναλυτές θεωρούν ότι η Ρωσία έχει περιέλθει σε καθεστώς εξάρτησης από την Κίνα. Το ίδιο φαίνεται να θεωρούσαν και ορισμένοι κινεζικοί ηγετικοί κύκλοι. Η θεώρηση, πάντως, ότι η Ρωσία είναι εξαρτημένη από την Κίνα είναι τακτικού χαρακτήρα.
Το νόμισμα όμως έχει και άλλη όψη.
Κι αυτή φάνηκε πολύ πιο καθαρά με την αμερικανική παρέμβαση στη Βενεζουέλα και το ναυτικό αποκλεισμό στα Στενά του Ορμούζ. Και τα δύο αυτά γεγονότα κατέδειξαν στους Κινέζους ότι ο μόνος ασφαλής τρόπος προμήθειας πετρελαίου, φυσικού αερίου, αλλά και αγροτικών προϊόντων και πρώτων υλών, είναι οι αγορές από τη Ρωσία και την Κεντρική Ασία.
Κίνα και ΗΠΑ
Μπορεί η Κίνα να έχει συσσωρεύσει μεγάλα αποθέματα υδρογονανθράκων, μπορεί να επεκτείνει συνεχώς την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, αλλά η τεράστια βιομηχανία της έχει ζωτική ανάγκη από πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Το γεγονός, μάλιστα, ότι η κινέζικη και η ρωσική οικονομία είναι συμπληρωματικές, κάνει τα πράγματα πολύ πιο εύκολα.
Η Κίνα δεν υποτιμά καθόλου τη σημασία που έχουν για το εξαγωγικό της εμπόριο οι δυτικές αγορές, αλλά έχει συνείδηση ότι βρίσκεται σ’ ένα είδος άτυπου ψυχρού πολέμου με τις ΗΠΑ. Οι Κινέζοι στήριξαν τη Ρωσία μετά το 2022, επειδή είχαν επίγνωση πως εάν αυτή γονάτιζε από τον οικονομικό πόλεμο που της είχε κηρύξει η Συλλογική Δύση, ο επόμενος στόχος θα ήταν οι ίδιοι. Η ανάσχεση της αμερικανικής πίεσης, λοιπόν, είναι κοινός στρατηγικός στόχος Μόσχας και Πεκίνου. Αυτός τροφοδοτεί την ολοένα και πιο στενή διμερή συνεργασία τους.
Όπως φάνηκε και με την επίσκεψη Τραμπ, η Κίνα, ναι μεν αποφεύγει να προκαλέσει τις ΗΠΑ, αλλά θέτει και κόκκινες γραμμές, αρνούμενη να αναγνωρίσει το δικαίωμα της Ουάσινγκτον να επιβάλει κανόνες και κυρώσεις. Το έμμεσο πλην σαφές μήνυμα που εκπέμπει το Πεκίνο είναι ότι θα συμπεριφέρεται στις ΗΠΑ ως ίσος προς ίσο. Είναι ενδεικτικό το επεισόδιο με την επιβολή δασμών από τον Τραμπ. Το Πεκίνο ήταν έτοιμο κι απάντησε γρήγορα, κλείνοντας τη στρόφιγγα εξαγωγής στις ΗΠΑ κρίσιμων μετάλλων για την αμερικανική βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας.
Κυρίως, οι Κινέζοι δεν τρέφουν αυταπάτες. Προετοιμάζονται, άλλωστε, εδώ και χρόνια για μία σύγκρουση με τους Αμερικανούς. Δεν αποκλείουν ακόμα και το ενδεχόμενο με κάποια αφορμή να επιβληθούν και σ’ αυτούς κυρώσεις. Γι’ αυτό και το Πεκίνο επιχειρεί συστηματικά να ανοίξει νέες αγορές και ευρύτερα νέες δυνατότητες οικονομικής διείσδυσης σε Ασία, Αφρική και Λατινική Αμερική. Γι’ αυτό και σταδιακά, αλλά σταθερά μειώνει την έκθεσή της στο αμερικανικό δημόσιο χρέος, πουλώντας αργά αλλά σταθερά αμερικανικά ομόλογα.
Η Κίνα χρειάζεται την Ρωσία
Στην πραγματικότητα, αυτό που μένει ως εναλλακτική οδός για την τροφοδοσία της με ενέργεια, πρώτες ύλες, ακόμα και με τα αναγκαία τρόφιμα για να θρέψει τον πληθυσμό της, είναι ο ηπειρωτικός δρόμος στην Ευρασία, ο οποίος εξαρτάται από τη Ρωσία.
Το Πεκίνο, λοιπόν, έχει ζωτικούς λόγους να επιδιώκει στενή εταιρική σχέση με τη Μόσχα. Ο “Νέος Δρόμος του Μεταξιού”, που περιλαμβάνει γιγαντιαίες επενδύσεις σε υποδομές και παροχή δανείων για την ανάπτυξη νέων χερσαίων οδικών αξόνων προς τη Δύση μέσω της Κεντρικής Ασίας, δεν είναι μόνο ένα επενδυτικό σχέδιο. Είναι ταυτοχρόνως και δημιουργία εναλλακτικού εμπορικού δρόμου.
Το ενδεχόμενο αμερικανικού αποκλεισμού
Κίνα και Ρωσία έχουν συνείδηση ότι πρέπει να διαχειριστούν με προσοχή τις ΗΠΑ, ώστε να αποτραπεί μια ανεξέλεγκτη κρίση, αλλά υπάρχουν και όρια.
Κινέζοι και Ρώσοι έχουν επενδύσει στην εδραίωση ενός πολυπολικού διεθνούς συστήματος και στο πλαίσιο αυτού αντιλαμβάνονται τα εθνικά τους συμφέροντα. Είναι ενδεικτικό του βαθμού της προσέγγισης των δύο ευρασιατικών γιγάντων ότι πραγματοποιούν όλο και πιο συχνά κοινές στρατιωτικές ασκήσεις.
Το υψηλό επίπεδο κοινής στρατιωτικής δραστηριότητας αναμφισβήτητα δημιουργεί δεσμούς και μεταξύ των δύο ενόπλων δυνάμεων και ευρύτερα των δύο κρατικών μηχανισμών.
Η Κίνα έχει προσπαθήσει να δημιουργήσει ναυτικές βάσεις στον Ινδικό, αλλά έχει επίγνωση ότι το εξωτερικό της εμπόριο είναι ευάλωτο σ’ έναν αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό.
Νότια Κορέα, Ιαπωνία, Ταϊβάν και Φιλιππίνες –όλες περισσότερο, ή λιγότερο ενταγμένες στο αμερικανικό σύστημα συμμαχιών– συγκροτούν έναν κλοιό στο θαλάσσιο μέτωπο.
Δεδομένου ότι οι ΗΠΑ είναι ο κυρίαρχος των ωκεανών, γίνεται κατανοητή η προσπάθεια του Πεκίνου να αποκτήσει κάποιο θαλάσσιο στρατηγικό βάθος στη Νότια Σινική Θάλασσα, δημιουργώντας τεχνητά νησιά και στρατιωτικές βάσεις.
Για τον ίδιο λόγο, οι Κινέζοι ενισχύουν με ταχύ ρυθμό το Πολεμικό Ναυτικό τους και αναπτύσσουν πυραυλικά συστήματα ικανά να εμποδίσουν το αμερικανικό Ναυτικό από το να προβάλει την ισχύ του πλησίον των κινεζικών ακτών. Παρ’ όλα αυτά, η Κίνα είναι συγκριτικά τρωτή, επειδή δεν διαθέτει δικές της πηγές ενέργειας και αρκετές δικές της πρώτες ύλες ζωτικές για τη βιομηχανία της. Όλα αυτά εισάγονται κατά κανόνα μέσω των θαλάσσιων οδών, τις οποίες σε πολύ μεγάλο βαθμό ελέγχει, λόγω και της γεωγραφίας στην περιοχή, ο αμερικανικός στόλος.
Είναι προφανές ότι, σε περίπτωση σύγκρουσης, ο αναπόφευκτος αποκλεισμός της θα είχε τεράστιο, εάν όχι καταστροφικό, κόστος για την Κίνα.
Η Κίνα χρειάζεται την Ρωσία
Στην πραγματικότητα, αυτό που μένει ως εναλλακτική οδός για την τροφοδοσία της με ενέργεια, πρώτες ύλες, ακόμα και με τα αναγκαία τρόφιμα για να θρέψει τον πληθυσμό της, είναι ο ηπειρωτικός δρόμος στην Ευρασία, ο οποίος εξαρτάται από τη Ρωσία.
Το Πεκίνο, λοιπόν, έχει ζωτικούς λόγους να επιδιώκει στενή εταιρική σχέση με τη Μόσχα. Ο “Νέος Δρόμος του Μεταξιού”, που περιλαμβάνει γιγαντιαίες επενδύσεις σε υποδομές και παροχή δανείων για την ανάπτυξη νέων χερσαίων οδικών αξόνων προς τη Δύση μέσω της Κεντρικής Ασίας, δεν είναι μόνο ένα επενδυτικό σχέδιο. Είναι ταυτοχρόνως και δημιουργία εναλλακτικού εμπορικού δρόμου.
Η Κίνα έχει ανάγκη τη Ρωσία για έναν ακόμη πρόσθετο λόγο. Σταδιακά ανοίγει ο Αρκτικός Δρόμος, λόγω της Κλιματικής Αλλαγής που λιώνει σιγά-σιγά τους πάγους, αλλά και λόγω της κατασκευής σύγχρονων παγοθραυστικών από τη Ρωσία, τα οποία μπορούν να μεταφέρουν σε πολύ συντομότερο χρόνο φορτία από και προς την Κίνα. Σημειωτέον ότι η αρκτική διαδρομή από Κίνα σε Ευρώπη διαρκεί τον μισό χρόνο, σε σύγκριση με τη διαδρομή μέσω Ινδικού και Σουέζ. Ο Αρκτικός Δρόμος, όμως, ελέγχεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη Ρωσία, λόγω της τεράστιας βόρειας ακτογραμμής της.
Όλα τα παραπάνω ωθούσαν από πριν το Πεκίνο να συνεργαστεί με τη Μόσχα, αλλά ο πόλεμος στον Κόλπο και η απώλεια (προσωρινή που δεν αποκλείεται να γίνει μόνιμη) πηγών προμήθειας πετρελαίου και φυσικού αερίου είναι ένα ηχηρό καμπανάκι για την κινέζικη ηγεσία. Το ίδιο και ο τορπιλισμός της ιρανικής φρεγάτας από αμερικανικό υποβρύχιο στη Σρι Λάνκα. Όσο κι αν οι Κινέζοι τηρούν κάποιες αποστάσεις, αποφεύγοντας να δεσμευθούν πιο στενά με τη Ρωσία, έχουν συνείδηση πως αυτή είναι η ασφαλέστερη πηγή για την ενεργειακή τους ασφάλεια.
Υπάρχει σινορωσική συμμαχία;
Ως εκ τούτου, λοιπόν, ναι μεν δεν υπάρχει επίσημα σινορωσική συμμαχία, αλλά στην πράξη είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού ότι η διμερής σχέση έχει φθάσει σ’ ένα κρίσιμο σημείο. Το κοινό γεωστρατηγικό συμφέρον και η συμπληρωματικότητα των δύο οικονομιών ωθούν σε περαιτέρω σύσφιξη, σε μία άτυπη συμμαχία. Η Μόσχα κινείται προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά το Πεκίνο δείχνει ακόμα μία σχετική απροθυμία. Δείχνει να προτιμά τα συγκυριακά κέρδη, αποφεύγοντας τη στρατηγική σύμπλευση. Παράδειγμα είναι ο αγωγός φυσικού αερίου Power of Siberia, η κατασκευή του οποίου καθυστερεί, επειδή οι Κινέζοι τον αντιμετωπίζουν με στενά εμπορικά κι όχι με στρατηγικά κριτήρια.
Έτσι, ενώ οι δύο πρόεδροι μιλούσαν για “συνεργασία χωρίς όρια”, στην πράξη υπάρχουν καθυστερήσεις, ενδοιασμοί και παζάρια. Η κινέζικη στάση έχει ενοχλήσει τον Πούτιν και κατά πάσα πιθανότητα, θα θέσει αυτό το ζήτημα στις συνομιλίες του με τον Σι και μάλιστα με ευθύ τρόπο. Είναι άγνωστη η απάντηση του Κινέζου προέδρου, αλλά είναι ξεκάθαρο ότι καλείται να αποφασίσει, εάν θα αντιμετωπίσει τη Ρωσία ως ισότιμο στρατηγικό εταίρο, ή σαν μία γειτονική χώρα, με την οποία απλώς κάνει μπίζνες.
Προφανώς, από τον δρόμο που θα επιλέξει το Πεκίνο θα κριθούν οι παγκόσμιες ισορροπίες.
Εάν οι Κινέζοι υπερβούν τις επιφυλάξεις τους, η άτυπη στρατηγική σύμπλευση των δύο ευρασιατικών γιγάντων θα θέσει τη βάση για τη συγκρότηση ενός άξονα διαστάσεων υπέρ-υπερδύναμης σε στρατιωτικό-οικονομικό επίπεδο, με αντίστοιχο πολιτικό βάρος. Αν και η Κίνα έχει σημαντικά ενισχυθεί στο στρατιωτικό επίπεδο, παραμένει ποιοτικά κατώτερη από τη Ρωσία και τις ΗΠΑ ειδικά στα πυρηνικά όπλα. Εμμέσως, λοιπόν, έχει ανάγκη το ισχυρό ρωσικό πυρηνικό οπλοστάσιο για να εξισορροπήσει δυνάμει το αμερικανικό.
Αυτός ο άξονας αναπόφευκτα θα κυριαρχήσει στην Ευρασία. Όπως έχουν διδάξει οι κλασικοί της γεωπολιτικής, όποιος κυριαρχεί στην Ευρασία έχει τη βάση για να κυριαρχήσει στον κόσμο, παρ' ότι οι ΗΠΑ, με τη συνδρομή και των υπόλοιπων Δυτικών, παραμένουν οι κυρίαρχοι των ωκεανών. Δεν έχουν, όμως, καταφέρει να διεισδύσουν και να εδραιωθούν στην καρδιά της Ευρασίας...




Σχόλια