Aυτοκρατορία Ροκεφέλερ: Συνεχίζει να... κυβερνά τον κόσμο;
Πετρέλαιο, τράπεζες και μυστικές ελίτ: Γιατί οι Ροκεφέλερ στοιχειώνουν τις θεωρίες για τη «Νέα Παγκόσμια Τάξη» που ονειρεύτηκαν μαζί με τους Ροθτσάιλντ

Λίγα οικογενειακά ονόματα έχουν φορτωθεί με τόσο βαριά ιστορική και συμβολική μοίρα όσο το Ροκφέλλερ.
Επί περισσότερο από έναν αιώνα η δυναστεία αυτή συνδέθηκε με το πετρέλαιο, τις τράπεζες, τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα και, ταυτόχρονα, με τις πιο επίμονες εναλλακτικές ερμηνείες γύρω από τη λεγόμενη «Νέα Παγκόσμια Τάξη Πραγμάτων».
Στο επίκεντρο στέκεται ο Τζων Ντ. Ροκφέλλερ, ο άνθρωπος που έφτασε να θεωρείται ο πρώτος δισεκατομμυριούχος της ιστορίας και που διά της Στάνταρντ Όιλ, της πρώτης εταιρίας πετρελαίων, απέκτησε σχεδόν ασύλληπτη ισχύ επάνω στην αμερικανική αγορά πετρελαίου. Το ίδιο υλικό υπενθυμίζει ότι οι Ροκφέλλερ, μαζί με τους Ρότσιλντ, έγιναν αργότερα αντικείμενο σκοτεινών αναγνώσεων (και δικαίως) που τους ήθελαν να συνεργάζονται με μυστικές ελίτ, να οικοδομούν μια «Νέα Παγκόσμια Τάξη» και να ελέγχουν τον κόσμο.
Η πραγματική ιστορία, ωστόσο, είναι από μόνη της αρκετά εντυπωσιακή. Και όταν δίπλα της τοποθετηθούν ορισμένες δικές τους δηλώσεις και δικά τους γραπτά σενάρια, το δέος μετατρέπεται σε ανησυχία.
Ο Τζων Ντ. Ροκφέλλερ μεγάλωσε μέσα σε οικογένεια με ακραίες αντιθέσεις. Ο πατέρας του, γνωστός ως «Ντέβιλ Μπιλ» (Μπίλ ο διάβολος) , περιφερόταν πουλώντας βότανα και ελιξίρια σε εποχή όπου τέτοιες δουλειές συχνά άγγιζαν την εξαπάτηση. Η μητέρα του ήταν βαθιά θρησκευόμενη, λιτή και αμείλικτη στη διαχείριση του χρήματος. Μέσα σε αυτό το κλίμα ο νεαρός έμαθε να αποταμιεύει, να κρατά λογαριασμούς, να δανείζει και να αντιμετωπίζει την οικονομία ως σχεδόν ιερή πειθαρχία.
Σπούδασε λογιστής και μπήκε στις επιχειρήσεις τροφίμων και προμηθειών με δικά του κεφάλαια και δανεικά του πατέρα.
Η μεγάλη στροφή ήρθε με το πετρέλαιο.
Στον Αμερικανικό Εμφύλιο, η ζήτηση για κηροζίνη εκτοξεύθηκε. Πολλοί έτρεξαν για γρήγορο κέρδος. Ο Ροκφέλλερ όμως είδε αλλιώς το παιχνίδι. Μετέτρεψε τα «άχρηστα» υποπροϊόντα (λάδι μηχανής, λιπαντικά κλπ) σε εμπορεύσιμα αγαθά! Η βενζίνη έκαιγε μέσα στο ίδιο το διυλιστήριο, τα βαριά κατάλοιπα γίνονταν λιπαντικά, παραφίνη και άλλα προϊόντα, μείωσε κόστη με δικούς του μηχανικούς και δικά του βαρέλια κλπ.
Αυτή η εμμονή στην απόδοση έγινε θεμέλιο αυτοκρατορίας.
Η Στάνταρντ Όιλ άλλαξε τη βιομηχανία πετρελαίου στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1872 απέκτησε είκοσι δύο από τις είκοσι έξι πετρελαϊκές του Κλήβελαντ. Ως τα τέλη της δεκαετίας του 1870 διύλιζε περίπου το 90% του αμερικανικού αργού πετρελαίου και ταυτόχρονα κατέβασε την κηροζίνη από είδος πολυτελείας σε είδος μαζικής κατανάλωσης. Η επιτυχία όμως γέννησε φόβο.
Με την άνοδο του Θίοντορ Ρούσβελτ στον Λευκό Οίκο, η ομοσπονδιακή εξουσία την αντιμετώπισε ως απειλή για τον ανταγωνισμό. Το 1911 το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε τη διάσπασή της. Από τα κομμάτια της βγήκαν αργότερα ονόματα όπως Κονόκο, Αμόκο, Σεβρόν και Έξον Μόμπιλ. Η αυτοκρατορία έσπασε, αλλά ο πλούτος δεν εξαφανίστηκε.
Ως το 1916 ο Τύπος παρουσίαζε τον Τζων Ντ. Ροκφέλλερ ως τον πρώτο δισεκατομμυριούχο της ιστορίας. Ξόδεψε, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, πάνω από πεντακόσια εκατομμύρια δολάρια σε φιλανθρωπίες, χωρίς να αποκτήσει φήμη ακραίας επιδείξεως. Ο πλούτος όμως ήταν ήδη αρκετός για να θρέψει μια ...μυθολογία!
Η επόμενη μεγάλη μορφή ήταν ο εγγονός, ο Ντέιβιντ Ροκφέλλερ
Απομακρύνθηκε από το καθαρό πετρέλαιο και πέρασε στον χρηματοπιστωτικό κόσμο, με ηγετικό ρόλο επί χρόνια στην Τσέις Μανχάταν. Ίδρυσε την Τριμερή Επιτροπή, με στόχο να φέρει κοντά πολιτικές και οικονομικές ελίτ της Βορείου Αμερικής, της Δυτικής Ευρώπης και της Ασίας, συνδέθηκε με την Ομάδα Μπίλντερμπεργκ και το Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων κι από εκεί και πέρα, το έδαφος για τις εναλλακτικές ερμηνείες ήταν έτοιμο.
Και εδώ η καταγγελία δεν χρειάζεται φαντασία. Στα Απομνημονεύματά του ο ίδιος ο Ντέιβιντ Ροκφέλλερ δεν κρύφτηκε. Έγραψε ότι επί περισσότερο από έναν αιώνα τον κατηγορούσαν, μαζί με την οικογένειά του, ως «διεθνιστές» που συνεννοούνται με άλλους ανά τον κόσμο για να οικοδομήσουν μια πιο ολοκληρωμένη παγκόσμια πολιτική και οικονομική δομή — «έναν μονοπολικό κόσμο, αν θέλετε». Και πρόσθεσε, με φράση που κόβει την ανάσα: «Αν αυτή είναι η κατηγορία, είμαι ένοχος και είμαι υπερήφανος γι’ αυτό». Αυτή είναι μαρτυρία με σφραγίδα βιβλίου, όχι ψίθυρος διαδρόμου.

Δίπλα της κυκλοφορεί και το πολυσυζητημένο απόσπασμα που αποδίδεται στον ίδιο, σε κλειστή συνάντηση του 1991: «Ότι είναι ευγνώμονες στην Ουάσιγκτον Ποστ, στους Νιου Γιορκ Τάιμς, στο Τάιμ και σε άλλους μεγάλους εκδοτικούς οίκους, των οποίων οι διευθυντές είχαν βρεθεί στις συναντήσεις τους και είχαν σεβαστεί επί σχεδόν σαράντα χρόνια την υπόσχεση εχεμύθειας. Ότι χωρίς αυτή την εχεμύθεια θα ήταν αδύνατον να αναπτύξουν το σχέδιό τους για τον κόσμο και ότι η υπερεθνική κυριαρχία μιας ευφυούς ελίτ και των παγκόσμιων τραπεζιτών είναι προτιμότερη από τον εθνικό αυτοπεριορισμό των περασμένων αιώνων.
Η προέλευση του συγκεκριμένου αποσπάσματος βέβαια παραμένει αμφισβητούμενη στην έρευνα των πηγών, η λογική του όμως δεν είναι ξένη προς όσα ο ίδιος ομολόγησε ενυπογράφως: «Ένας κόσμος λιγότερο εθνικός, περισσότερο υπερεθνικός, διοικούμενος από κλειστές ελίτ γνώσης και χρήματος».

Το 2010 το Ίδρυμα Ροκφέλλερ, μαζί με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (WEF), δημοσίευσε την έκθεση «Σενάρια για το Μέλλον της Τεχνολογίας και της Διεθνούς Ανάπτυξης». Δεν ήταν μυθιστόρημα σε καμμιά περίπτωση. Αντιθέτως, επρόκειτο για άσκηση «στρατηγικής φαντασίας» με τέσσερις πιθανούς κόσμους. Τα ονόματά τους είναι από μόνα τους ομολογία διαθέσεως: «Κλειδωμένο Βήμα (Lock Step)», «Έξυπνοι Μαζί», «Επίθεση των Πειρατών» και «Έξυπνη Προχειρότητα». Το πιο ανησυχητικό από όλα είναι το πρώτο.
Στο σενάριο «Κλειδωμένο Βήμα (Lock Step)» ο κόσμος του 2012 χτυπιέται από πανδημία που «ο πλανήτης περίμενε εδώ και χρόνια». Ένα νέο στέλεχος γρίπης, από άγριες χήνες, μολύνει σχεδόν το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού και σκοτώνει οκτώ εκατομμύρια μέσα σε επτά μήνες, τους περισσότερους υγιείς νέους ενήλικες. Η Κίνα κλείνει σύνορα και επιβάλλει υποχρεωτική καραντίνα. Οι άλλες κυβερνήσεις ακολουθούν: Μάσκες, έλεγχοι θερμοκρασίας, περιορισμοί μετακινήσεων, σφράγισμα οικονομιών. Το κρίσιμο σημείο όμως δεν ήταν η αρρώστια. Ήταν το τι μένει μετά την αρρώστια. Οι ηγέτες, λέει το κείμενο, δεν επιστρέφουν στις παλιές ελευθερίες. Η κορυφαία εξουσία σφίγγει. Η καινοτομία περιορίζεται. Οι πολίτες αρχίζουν να αντιστέκονται, αλλά αργά. Η αυταρχική «αποτελεσματικότητα» παρουσιάζεται ως σωτηρία.
Όποιος διάβασε αυτές τις σελίδες το 2020 ή μετά, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι το αίσθημα αναγνώρισης είναι τυχαίο. Δεν χρειάζεται κανείς να αποδείξει ότι η έκθεση «κατασκεύασε» τον κορωνοϊό. Αρκεί να δει πόσο κοντά ήρθε η ζωή στο χαρτί: παγκόσμιος συναγερμός, κλείσιμο συνόρων, υποχρεωτικές μάσκες, επιτήρηση μετακινήσεων, μεταφορά της ζωής στο ψηφιακό, πίεση για πιστοποιητικά και ταυτότητες, λόγος περί «νέας κανονικότητας».
Δίπλα σε αυτά ήρθαν, στην ίδια εποχή, η επέλαση των γενετικώς τροποποιημένων τροφίμων ως λύση «ασφάλειας» και «αποδοτικότητας», και η σταθερή προώθηση μιας ψηφιακής τάξης όπου ο πολίτης γίνεται δεδομένο, το σώμα του κλειδί πρόσβασης και η άρνηση ύποπτη. Τα άλλα τρία σενάρια της ίδιας μελέτης —η υπερεθνική «έξυπνη» συνεργασία των ελίτ, ο κόσμος του χάους και των μαύρων δικτύων, ο κόσμος της τοπικής επιβίωσης— λειτουργούν σαν χάρτης εφεδρειών: Αν δεν περπατήσει το ένα μονοπάτι, υπάρχει το άλλο.
Αυτό είναι το σημείο, όπου η καταγγελία γίνεται πλέον ηθική, όχι απλώς φιλολογική. Ένα ίδρυμα που φέρει το όνομα της δυναστείας δεν «προφητεύει» αθώα όταν περιγράφει πανδημία, καραντίνες που μένουν, έλεγχο από πάνω προς τα κάτω και πολίτη που μαθαίνει να σκύβει «για το καλό του».
Όταν ο ίδιος ο Ντέιβιντ Ροκφέλλερ δηλώνει υπερήφανος διεθνιστής ενός «ενός κόσμου», και όταν το ίδρυμα της οικογένειας δημοσιεύει σενάρια που μοιάζουν με πρόβα τζενεράλε των χρόνων που ζήσαμε, τότε η συζήτηση δεν είναι πλέον για φιλανθρωπία. Είναι για το δικαίωμα μιας κλειστής ολιγαρχίας να σχεδιάζει το μέλλον των πολλών πίσω από λέξεις όπως «ανθεκτικότητα», «προσαρμογή» και «παγκόσμια διακυβέρνηση».
Στη σύγχρονη λίστα του πλούτου κυριαρχούν πλέον οι μορφές της ψηφιακής εποχής: ο Ίλον Μασκ, ο Τζεφ Μπέζος, ο Λάρρυ Πέιτζ, ο Μάικλ Ντελλ. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι οι Ροκφέλλερ παραγκωνίστηκαν. Το αντίθετο. Σημαίνει ότι η μορφή της εξουσίας μετατοπίστηκε: Από το πετρέλαιο στις τράπεζες, από τις τράπεζες στα δεδομένα, από τα δεδομένα στο σώμα και στην ταυτότητα.
Αυτή να είναι και η πραγματική ιστορία πίσω από το συνωμοσιολογικό μέρος της «Νέας Παγκόσμιας Τάξης»: Όχι ίσως μια οικογένεια που κυβερνά αιωνίως, αλλά μια διαρκής μεταβίβαση ελέγχου από τη μία οικονομική ελίτ στην επόμενη — με τα ίδια όμως ένστικτα: Συγκέντρωση, εχεμύθεια, σχεδιασμός του μέλλοντος πριν το ζήσει ο λαός.
Οι Ροκφέλλερ πέτυχαν κάτι που λίγες δυναστείες κατάφεραν. Περισσότερο από έναν αιώνα μετά την άνοδο του Τζων Ντ. Ροκφέλλερ, το όνομά τους εξακολουθεί να γεννά θαυμασμό, φόβο και καχυποψία. Και αν το «Lock Step» διαβάστηκε κάποτε ως άσκηση φαντασίας, σήμερα διαβάζεται ως καθρέφτης. Όχι επειδή κάθε λέξη του εκπληρώθηκε κατά γράμμα, αλλά επειδή το πνεύμα του —πανδημία, πειθαρχία, ψηφιακός κλοιός, υπερεθνική κηδεμονία— μπήκε στη ζωή μας με ονόματα καινούργια και μηχανισμούς παλιούς.
Αυτό, από μόνο του, είναι ίσως η μεγαλύτερη απόδειξη του μεγέθους του μύθου που άφησαν πίσω τους… ή που ίσως συνεχίζει ακόμη, υπογείως, με άλλα πρόσωπα και την ίδια πορεία για τον κόσμο ολόκληρο...



Σχόλια