Eλληνική Επανάσταση: Η φλόγα που δεν έσβησε ποτέ!
- sergioschrys
- πριν από 1 λεπτό
- διαβάστηκε 16 λεπτά
Εκεί που η Ιστορία δεν είναι μόνο αφήγηση, αλλά φλόγα που καίει ακόμη...

Δεν ήταν απλή επανάσταση. Ήταν η ανάσταση ενός Γένους που αρνήθηκε να πεθάνει. Η Ρωμιοσύνη, φυλαγμένη επί αιώνες, ξύπνησε με το σύνθημα “Ελευθερία ή Θάνατος” και ακόμα περιμένει – σύμφωνα με τις προφητείες των Αγίων – την ώρα που η Πόλη θα γίνει ξανά δική μας...

Η τρισένδοξη Ιστορία των Ελλήνων, είναι ένας φάρος στον παγκόσμιο πολιτισμό. Μπορεί κάποιους αιώνες, να φάνηκε ότι το Γένος χάνεται φαινομενικά από τον χάρτη, στην πραγματικότητα κατέβηκε βαθύτερα μέσα στον εαυτό του, για να επιστρέψει πιο ισχυρό, πιο συνειδητό, πιο δυναμικό...
Το 1453 δεν ήταν απλώς η πτώση της Κωνσταντινούπολης. Δεν ήταν μόνο η κατάρρευση των τειχών υπό τα κανόνια του Μωάμεθ του Πορθητή. Ήταν η στιγμή που η Ρωμανία – η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η συνέχεια του ελληνικού κόσμου από την αρχαιότητα μέχρι το τέλος του Μεσαίωνα – πέρασε από το φως της παγκόσμιας κυριαρχίας στη σκιά της μνήμης και της προσμονής. Ο τελευταίος αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, δεν έπεσε απλώς στα τείχη ως ήρωας. Έγινε σύμβολο. Έγινε ο σπόρος μιας ιστορικής συνείδησης που αρνιόταν να πεθάνει. Από εκείνη τη μέρα, ο Ελληνισμός δεν ζούσε πια ως κράτος με σύνορα και στρατό, αλλά ως υπόσχεση, ως εσωτερική φλόγα που μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά μέσα από την Ορθοδοξία, τη γλώσσα, τα δημοτικά τραγούδια και την καθημερινή επιβίωση.
Η Ρωμιοσύνη μέσα στις στάχτες της Τουρκοκρατίας (1453–1821)
Η Οθωμανική κατάκτηση δεν ήταν απλή ξένη κυριαρχία. Ήταν συστηματική προσπάθεια αποδόμησης ταυτότητας. Το παιδομάζωμα, οι βαριές φορολογίες (χαράτσι, δεκάτη), οι εξισλαμισμοί, οι σφαγές και η μετατροπή εκκλησιών σε τζαμιά ήταν ένας κόλαφος. Κι όμως, ο Έλληνας μπορεί να μην είχε στρατό, να μην είχε κεντρική διοίκηση, ούτε πολιτική εξουσία. Είχε όμως κάτι που καμία αυτοκρατορία δεν μπόρεσε να σβήσει: τη μνήμη.
Στα κρυφά σχολειά (ναί, βεβαίως και υπήρξαν, το μαρτυρούν οι ίδιοι οι καλόγεροι των μοναστηριών στα παλιά τους κιτάπια) στα μοναστήρια, στις εκκλησίες, στους ψαλμούς και στις προσευχές, η Ρωμιοσύνη διατηρήθηκε ως συνέχεια.
Ο παπάς, ο δάσκαλος, ο ψάλτης δεν ήταν απλώς λειτουργοί, ήταν φύλακες μιας παράδοσης που ένωνε τον Περικλή με τον Μέγα Κωνσταντίνο και τον Αριστοτέλη με τον Γρηγόριο Παλαμά. Η Ορθοδοξία δεν κράτησε μόνο την πίστη. Κράτησε την Ιστορία, την ελληνική γλώσσα (ακόμα και στη δημοτική της μορφή) και την προσμονή της λευτεριάς.
Πριν από την Επανάσταση του 1821, υπήρξαν αιώνες μικρών και μεγάλων εξεγέρσεων που προετοίμασαν το έδαφος. Οι Κλέφτες και οι Αρματολοί δεν ήταν «ληστές» όπως τους παρουσίαζαν οι Οθωμανοί. Ήταν η φυσική αντίδραση ενός λαού που αρνιόταν να γίνει ραγιάς.
Ζούσαν στα βουνά – Μάνη, Σούλι, Ρούμελη, Ολυμπία – και πολεμούσαν με το σύνθημα της τιμής και της ελευθερίας. Δεν πολεμούσαν για μισθό ή λάφυρα μόνο αλλά πολεμούσαν για το δικαίωμα να υπάρχουν ως Ρωμιοί.
Οι εξεγέρσεις του 1770 (Ορλωφικά), του 1804-1815 με τους Σουλιώτες, οι συνεχείς εξεγέρσεις στην Κρήτη, την Ήπειρο και τα νησιά, έδειχναν ότι το Γένος δεν είχε σκύψει το κεφάλι. Η οικονομική άνοδος των Ελλήνων εμπόρων στη διασπορά (Οδησσός, Βιέννη, Τεργέστη) και η διάδοση του Ελληνικού Διαφωτισμού μέσω του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού και του Ρήγα κυρίως, δημιούργησαν τον κορμό της Επανάστασης: Μια εθνική συνείδηση που δεν ήταν απλώς θρησκευτική, αλλά πολιτική και πολιτισμική.
Ο ρόλος των Φαναριωτών: Η διπλή όψη της ελληνικής ελίτ της Πόλης
Οι Φαναριώτες – η ρωμαίϊκη χριστιανική αριστοκρατία που εγκαταστάθηκε γύρω από το Πατριαρχείο στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης – αποτελούσαν μια ιδιαίτερη κάστα. Από τον 17ο αιώνα και μετά, αναρριχήθηκαν σε υψηλά αξιώματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: Μεγάλοι Δραγουμάνοι της Πύλης, Δραγουμάνοι του Στόλου και, κυρίως, ηγεμόνες (Βοεβόδες) στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες της Βλαχίας και Μολδαβίας. Ήταν πολύ μορφωμένοι, πολυγλωσσοι, με επαφές στην Ευρώπη, γνώστες διοίκησης και διπλωματίας. Πολλοί προέρχονταν από παλιές βυζαντινές οικογένειες ή είχαν πλουτίσει μέσω εμπορίου. Η παρουσία τους στην Πύλη τους έδινε προνόμια, αλλά και εξάρτηση από το οθωμανικό σύστημα.
Στην Επανάσταση του 1821, ο ρόλος τους ήταν διπλός και συχνά αντιφατικός. Μερικοί μυήθηκαν νωρίς στη Φιλική Εταιρεία και έδωσαν σημαντική ώθηση στο ζήτημα του Γένους, όπως ο Αλέξανδρος Υψηλάντης (Φαναριώτης πρίγκιπας, ανώτατος αξιωματικός του ρωσικού στρατού) όταν δέχτηκε την αρχηγία του σχεδίου για την Επανάσταση ως "αόρατος αρχή", είχε κήρυξε την επανάσταση στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες το Φεβρουάριο του 1821, με την προκήρυξη «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος».
Ο αδελφός του Δημήτριος Υψηλάντης πολέμησε ηρωικά στην Πελοπόννησο. Άλλοι, όπως ο Μιχαήλ Σούτσος (ηγεμόνας Μολδαβίας), συμμετείχαν ενεργά.
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος: Ο αμφιλεγόμενος πολιτικός της ελίτ
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (Κωνσταντινούπολη, 3 Φεβρουαρίου 1791 – Αίγινα, 6 Αυγούστου 1865) υπήρξε η πιο χαρακτηριστική και αμφιλεγόμενη φιγούρα των Φαναριωτών στον Αγώνα. Γόνος επιφανούς οικογένειας, μορφωμένος στην Πάδοβα και στην Ιταλία, πολύγλωσσος, με βαθιά γνώση ευρωπαϊκής πολιτικής και διπλωματίας, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και θεωρούνταν από πολλούς ξένους παρατηρητές ως «ο μόνος άξιος λόγου πολιτικός» των Ελλήνων. Με το ξέσπασμα της Επανάστασης, εξόπλισε πλοίο, συγκέντρωσε ομογενείς και φιλέλληνες και έφτασε στο Μεσολόγγι τον Ιούλιο του 1821 (σε ηλικία μόλις 30 ετών). Εκεί οργάνωσε τοπική διοίκηση, συνεργάστηκε αρχικά με τον Δημήτριο Υψηλάντη, αλλά γρήγορα διαφώνησε μαζί του και συμμαχώντας με προκρίτους και κοτζαμπάσηδες, αναδείχθηκε σε κεντρική φιγούρα.
Εξελέγη πρόεδρος της Συνέλευσης της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, πρόεδρος της Α΄ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο (Ιανουάριος 1822), πρόεδρος του Εκτελεστικού Σώματος και αργότερα του Βουλευτικού. Ουσιαστικά, ήταν ο κύριος συντάκτης και υπερασπιστής του Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος – ενός φιλελεύθερου, συνταγματικού κειμένου δυτικού τύπου που προέβλεπε διαχωρισμό εξουσιών, ισότητα και κεντρική διοίκηση. Αυτή η στάση του αντανακλούσε την πεποίθησή του ότι η Επανάσταση έπρεπε να «εκπολιτιστεί» και να αποκτήσει ευρωπαϊκή νομιμοποίηση, αντί να παραμείνει λαϊκός, αντάρτικος αγώνας.
Στα στρατιωτικά, ο ρόλος του ήταν πιο προβληματικός. Το 1822 ανέλαβε την ηγεσία εκστρατείας στην Ήπειρο, που κατέληξε στην καταστροφή του Πέτα (4 Ιουλίου 1822) όπου οι ελληνικές και φιλελληνικές δυνάμεις υπέστησαν πανωλεθρία λόγω κακής τακτικής (τα...πολύξερα σχέδια του Μαυροκορδάτου), έλλειψης συντονισμού και προδοσίας (ή τουλάχιστον κατηγοριών για προδοσία) από Αρβανίτες συμμάχους. Ο Μαυροκορδάτος κατηγορήθηκε για ανικανότητα ως στρατιωτικός ηγέτης, χωρίς προηγούμενη εμπειρία. Ωστόσο, αποκαταστάθηκε μερικώς με την επιτυχή οργάνωση της άμυνας στο Μεσολόγγι κατά την Πρώτη Πολιορκία (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1822), όταν μαζί με τον Μάρκο Μπότσαρη και λίγους εκατοντάδες άνδρες, κράτησε την πόλη, διαπραγματεύτηκε με τους Τούρκους για να κερδίσει χρόνο και ενίσχυσε τις οχυρώσεις. Αυτή η επιτυχία ήταν κρίσιμη για το ηθικό του Αγώνα.
Ο Μαυροκορδάτος ήταν φανατικός υποστηρικτής της αγγλικής γραμμής. Επέδιωξε συστηματικά την υποστήριξη της Βρετανίας, θεωρώντας ότι μόνο μέσω διπλωματικής και οικονομικής εξάρτησης από τις Μεγάλες Δυνάμεις (ιδίως την Αγγλία, που φοβόταν την επέκταση της επανάστασης και την ανάκτηση της Πόλης) θα επιβίωνε η Επανάσταση. Έπαιξε κεντρικό ρόλο στη σύναψη των Αγγλικών Δανείων (1824-1825), τα οποία όμως σπαταλήθηκαν σε εμφύλιες συγκρούσεις αντί για πολεμικές ανάγκες.
Κατηγορήθηκε ότι χρησιμοποίησε τα χρήματα για να ενισχύσει την παράταξή του (μαζί με τον Γεώργιο Κουντουριώτη και άλλους «πολιτικούς») πράγμα αληθές, εναντίον των οπλαρχηγών, συμβάλλοντας έτσι στην όξυνση του εμφυλίου πολέμου (1823-1825).
Συγκρούστηκε άγρια με τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη (τον οποίο κατηγόρησε για προδοσία και οδήγησε σε δίκη στο Αιτωλικό, όπου ο Καραϊσκάκης απάντησε με την περίφημη φράση «εγώ την κατηγορία θα τη γράψω στο κούτελο») και τον Οδυσσέα Ανδρούτσο (τον οποίο κατηγορήθηκε ότι εξώθησε σε προδοσία και έμμεσα συνέβαλε στη δολοφονία του).
Ήταν θιασώτης του «διαίρει και βασίλευε», χρησιμοποιώντας ίντριγκες, συμμαχίες με προκρίτους και φιλοαγγλική διπλωματία για να εδραιώσει κεντρική εξουσία.
Οι κατηγορίες εναντίον του ήταν και παραμένουν βαριές: ότι προτιμούσε μια μικρή, εξαρτημένη «Ελλάδα» αντί της Ρωμανίας, ότι υπονόμευσε τους λαϊκούς ήρωες για να επιβάλει μια αντιλαϊκή, ελιτίστικη διακυβέρνηση, ότι έκανε την Επανάσταση «ευρωπαϊκό project» αντί για εθνική ανάσταση.
Μετά την Επανάσταση ηγήθηκε του «Αγγλικού Κόμματος», αντιπολιτεύτηκε σκληρά τον Καποδίστρια (περίεργος ο ρόλος του στη δολοφονία του κυβερνήτη), υπηρέτησε ως πρωθυπουργός επί Όθωνα (τέσσερις φορές), πρέσβης και μεταρρυθμιστής και παρά τον πλούτο που απέκτησε, κατέληξε φτωχός και αφανής στα τέλη της ζωής του.
Ο Μαυροκορδάτος ενσάρκωνε τη διπλή όψη των Φαναριωτών, δηλαδή την ευρωπαϊκή μόρφωση και την ικανότητα οργάνωσης κράτους, αλλά και την κληρονομιά των αυλικών ίντριγκων, τον φόβο της «άγριας» λαϊκής δύναμης και την προτίμηση για ελεγχόμενη, εξαρτημένη λύση. Χωρίς αυτόν, η Επανάσταση μπορεί να μην είχε αποκτήσει πολιτική δομή αλλά με αυτόν, πλήρωσε το τίμημα των εμφυλίων διχασμών.
Ο Ιωάννης Κωλέττης (1773/4-1847), από τα Τζουμέρκα (Αρωμούνικης καταγωγής, αλλά πλήρως εξελληνισμένος), σπούδασε ιατρική στην Ιταλία και υπηρέτησε ως γιατρός του Αλή Πασά. Μυήθηκε στη Φιλική, εντάχθηκε στον Αγώνα και έγινε υπουργός Εσωτερικών στην Προσωρινή Διοίκηση. Ήταν δεξιοτέχνης πολιτικός, συχνά συμμαχούσε με τον Μαυροκορδάτο κατά των οπλαρχηγών, αλλά αργότερα (ως πρωθυπουργός 1834-1835 και 1844-1847) διατύπωσε τη Μεγάλη Ιδέα – το όραμα της ανάκτησης εδαφών και της αναβίωσης της Ρωμανίας. Ο Κωλέττης εκπροσωπούσε μια πιο «πρακτική» φαναριώτικη γραμμή. Χρησιμοποιούσε διπλωματία, συμμαχίες και «διαίρει και βασίλευε» για να εδραιώσει εξουσία.
Οι Φαναριώτες εν τέλει, έφεραν πολύτιμα προσόντα: Ευρωπαϊκή παιδεία, διπλωματικές διασυνδέσεις, ικανότητα οργάνωσης κράτους και σύνταξης πολιτευμάτων. Συνέβαλαν στον αστικοφιλελεύθερο χαρακτήρα της Επανάστασης και στην εξασφάλιση ξένης στήριξης. Ωστόσο, οι περισσότεροι κουβαλούσαν την κληρονομιά των προνομίων τους από την Υψηλή Πύλη, δηλαδή συνήθιζαν σε αυλικές ίντριγκες, φοβούνταν την «άγρια» λαϊκή δύναμη των κλεφτών και αρματολών, και προτιμούσαν μια ελεγχόμενη, κεντρική εξουσία που θα διατηρούσε τα δικά τους προνόμια.
Αυτό οδήγησε σε συγκρούσεις με τους πραγματικούς πολεμιστές (Κολοκοτρώνης, Μακρυγιάννης, Ανδρούτσος) και συνέβαλε σημαντικά στον εμφύλιο πόλεμο (1823-1825). Οι «πολιτικοί» (Φαναριώτες και κοτζαμπάσηδες) έναντι των «στρατιωτικών» δημιουργούσαν δύο κυβερνήσεις, σπατάλησαν πόρους και εξασθένησαν τον αγώνα απέναντι στον Ιμπραήμ.
Δεν ήταν όλοι «προδότες» ή «εγωιστές» – πολλοί πλήρωσαν με εξορία, φτώχεια ή ακόμα και ζωή. Αλλά η διπλή τους ταυτότητα (υπηρέτες της Πύλης που έγιναν επαναστάτες) έφερε εντάσεις που το Γένος πλήρωσε ακριβά. Η Επανάσταση χρειάστηκε σαφώς και τη δική τους συμβολή για να οργανωθεί πολιτικά, αλλά η υπερβολική τους επιρροή κινδύνευσε να την μετατρέψει σε «ελίτ project» αντί για λαϊκή ανάσταση της Ρωμανίας.
Ο Ρήγας Βελεστινλής και το όραμα της ελεύθερης Ρωμανίας
Ο Ρήγας Φεραίος (1757-1798) δεν ήταν απλώς ένας διανοούμενος. Ήταν ο πρώτος που μετέτρεψε την προσμονή σε πρόγραμμα.
Η «Χάρτα της Ελλάδος» (1797) δεν ήταν ένας ακόμη απλός χάρτης. Ήταν πολιτική διακήρυξη. Απεικόνιζε όλη την περιοχή της Ρωμανίας – από την Πελοπόννησο μέχρι την Κωνσταντινούπολη, τη Θράκη, τη Μακεδονία, τη Μικρά Ασία, ακόμα και τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας – ως ενιαίο χώρο ελευθερίας.
Στη «Νέα Πολιτική Διοίκησις» και στα άλλα του έργα, ο Ρήγας μιλούσε για μια δημοκρατική πολιτεία βασισμένη στην ισότητα, την ελευθερία, την αδελφοσύνη όλων των κατοίκων (Ελλήνων, Βλάχων, Αρβανιτών, ακόμα και Τούρκων που θα αποδέχονταν την ελευθερία).
Το σύνθημά του ήταν σαφές: «Ελευθερία ή Θάνατος». Δεν μιλούσε μόνο για αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, αλλά για αναγέννηση της Ρωμανίας ως ελεύθερου, πολυεθνικού αλλά ελληνόκεντρου κράτους, εμπνευσμένου από την αρχαία Ελλάδα και την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Η εκτέλεσή του στο Βελιγράδι το 1798 μαζί με τους συντρόφους του δεν ήταν απλή καταστολή. Ήταν προειδοποίηση από την Πύλη και τις Μεγάλες Δυνάμεις, που έβλεπαν με τρόμο κάθε ανεξέλεγκτη εξέγερση. Οι ιδέες του όμως δεν πέθαναν, αλλά τροφοδότησαν τη Φιλική Εταιρεία και την ίδια την Επανάσταση.
Η Φιλική Εταιρεία: Η μυστική καρδιά του Γένους
Το 1814, στην Οδησσό της Ρωσίας, τρεις ταπεινοί Έλληνες έμποροι – ο Νικόλαος Σκουφάς από το Κομπότι της Άρτας, ο Εμμανουήλ Ξάνθος από την Πάτμο και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ από τα Γιάννενα – ίδρυσαν τη Φιλική Εταιρεία. Ήταν μια αυστηρά μυστική οργάνωση, με ιεραρχία βαθμών (Ιερείς, Ποιμένες, Αρχιποιμένες κ.ά.), όρκους πίστης και κώδικες επικοινωνίας.
Ο σκοπός της ήταν ξεκάθαρος, όπως τον κατέγραψε ο ίδιος ο Ξάνθος: «Η γενική επανάσταση των Ελλήνων διά την ανέγερσιν και απελευθέρωσιν του Ελληνικού Έθνους και της Πατρίδος μας (εννοούσε την Ρωμανία)». Δεν περίμεναν από ξένες δυνάμεις, αλλά βασίζονταν στο αυτοδύναμο του Γένους.
Μέσα σε λίγα χρόνια, και με κεντρικό πρόσωπο τον ίδιο τον Παπαφλέσσα ως απόστολο της Εταιρίας, το δίκτυο απλώθηκε σε χιλιάδες μέλη: Εμπόρους, ιερείς, πολεμιστές, προκρίτους, ακόμα και γυναίκες. Μυήθηκαν οι Υψηλάντηδες, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, οι Δεληγιανναίοι, η Μαντώ Μαυρογένους και πολλοί άλλοι, συμπεριλαμβανομένων και των Φαναριωτών. Η Εταιρεία δεν ήταν «ταξική» ούτε «αστική» μόνο· ήταν πανελλήνια, εθνική, με στόχο την ανάσταση ολόκληρου του Γένους – όχι μόνο της Πελοποννήσου, αλλά όλης της Ρωμανίας.
Το Γένος όμως ήταν έτοιμο; Όχι πλήρως ως δυτικό «κράτος» με γραφειοκρατία και τακτικό στρατό, αλλά ως ζωντανή κοινότητα με συνείδηση συνέχειας. Οι κοτζαμπάσηδες και οι Φαναριώτες είχαν προνόμια υπό την Οθωμανική διοίκηση και συχνά συνεργάζονταν με την Πύλη για να διατηρήσουν την εξουσία τους. Αυτός ο ρόλος τους θα δημιουργούσε αργότερα εντάσεις. Αλλά η πλειοψηφία του λαού – αγρότες, ναυτικοί, κλέφτες – είχε ωριμάσει μέσα στους αιώνες της δοκιμασίας. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, από την πλευρά της, αγωνιούσε. Έβλεπε την εξέγερση ως απειλή για την ίδια της την ύπαρξη, ιδίως μετά τις ήττες από τη Ρωσία. Οι σουλτάνοι έστειλαν τους καλύτερους στρατηγούς τους για να την πνίξουν στο αίμα.
1821: Η Επανάσταση ξεσπά – Στόχος η απελευθέρωση της Ρωμανίας
Η Επανάσταση ξεκίνησε ως τέλειο σχέδιο. Γενικός ξεσηκωμός με ταυτόχρονη πολιορκία της Κων/πολης και άλωση εν νέου εκ των έσω της Πόλης. Η αρχή έγινε με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες (Φεβρουάριος 1821) που απέτυχε με τη μάχη στο Ιάσιο, αλλά η πραγματική φλόγα άναψε στην Πελοπόννησο και τα νησιά. Στην υπόλοιπη κατεχόμενη Ελλάδα, τα επαναστατικά κινήματα ήταν νωθρά και άτσαλα, με αποτέλεσμα την εύκολη καταστολή τους από τους Τούρκους.
Στις 23 Μαρτίου στην Καλαμάτα, στις 25 στην Αγία Λαύρα, υψώθηκε η σημαία με τον Σταυρό και το σύνθημα «Ελευθερία ή Θάνατος». Αυτό το σύνθημα δεν ήταν ρητορικό. Κάθε άλλο. Σήμαινε ότι προτιμούσαν τον θάνατο από τη σκλαβιά – υπαρξιακή επιλογή ενός λαού που είχε υποφέρει αιώνες.
Ο στόχος δεν ήταν μια μικρή «Ελλάδα» στα σύνορα του 1830. Ήταν η απελευθέρωση ολόκληρης της Ρωμανίας: «Πατρίς των Ελλήνων» όπως έλεγαν τα κείμενα της Επανάστασης.
Οι πρώτες νίκες – η άλωση της Τριπολιτσάς (1821), οι ναυμαχίες στα νησιά – ήταν ψυχολογικά σοκ για την Πύλη. Οι Οθωμανοί αντέδρασαν με μαζικές σφαγές: στη Χίο (1822), στην Κύπρο, στη Σμύρνη.
Οι μεγάλοι Τούρκοι στρατηγοί που στάλθηκαν για καταστολή – ο Μαχμούτ Δράμαλης, ο Μεχμέτ Ρεσίτ Πασάς (Κιουταχής), ο Ομέρ Βρυώνης, ο Ιμπραήμ Πασάς της Αιγύπτου – βρήκαν μπροστά τους όχι έναν τακτικό στρατό, αλλά έναν λαό που πολεμούσε με αντάρτικο τρόπο. Ο Δράμαλης εισέβαλε στην Πελοπόννησο με 30.000 άνδρες το 1822, αλλά ο Κολοκοτρώνης τον συνέτριψε στα Δερβενάκια με καμένη γη και ενέδρες. Χιλιάδες Τούρκοι σκοτώθηκαν ή πέθαναν από τις κακουχίες. Ο δε Κιουταχής πολιορκούσε το Μεσολόγγι, ο Ιμπραήμ έκαιγε χωριά μετά τη μεγάλη απόβαση στην Πελοπόννησο, αλλά η αντίσταση δεν έσπαγε.
Ο Κολοκοτρώνης και ο ανταρτοπόλεμος: Η στρατηγική που άλλαξε τη ροή
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν ήταν «απλός κλέφτης». Ήταν ιδιοφυής στρατηγός του ανταρτοπολέμου. Κατάλαβε ότι εναντίον υπέρτερων τακτικών στρατών, η νίκη ερχόταν με φθορά, ενέδρες, καμένη γη και αντοχή.
Στα Δερβενάκια, στο Βαλτέτσι, στα Δολιανά, η τακτική του έσωσε την Επανάσταση πολλές φορές. Χωρίς αυτόν, η επανάσταση θα είχε πνιγεί νωρίς. Οι νίκες του δεν ήταν μόνο στρατιωτικές, ήταν η απόδειξη ότι ο «ραγιάς» μπορούσε να νικήσει τον «αφέντη».
Ο εμφύλιος: Η πληγή εκ των έσω
Ενώ οι Τούρκοι και ο Ιμπραήμ απειλούσαν, ξέσπασαν οι εμφύλιοι (1823-1825). Δεν ήταν απλή «διχόνοια». Ήταν στην πραγματικότητα σύγκρουση δύο κόσμων. Από τη μία οι πολεμιστές της πράξης (Κολοκοτρώνης, Μακρυγιάννης, οι οπλαρχηγοί), από την άλλη οι πολιτικοί και οι κοτζαμπάσηδες/Φαναριώτες που ήθελαν να ελέγξουν την εξουσία (Μαυροκορδάτος, Κωλέττης, Λόντος, Ζαΐμης).
Οι Φαναριώτες, με την ευρωπαϊκή τους παιδεία, προσπαθούσαν να επιβάλουν κεντρική διοίκηση και «πολιτισμένη» διακυβέρνηση, αλλά συχνά συγκρούονταν με την άμεση, λαϊκή ηγεσία των καπεταναίων. Ο Μαυροκορδάτος και ο Κωλέττης εκπροσωπούσαν την «ελίτ» που φοβόταν την υπερβολική δύναμη των οπλαρχηγών και έψαχναν συμμαχίες με ξένες δυνάμεις. Ο εμφύλιος εξασθένησε την Επανάσταση, επέτρεψε στον Ιμπραήμ να προελάσει, αλλά δεν την κατέστρεψε. Παρ' όλα αυτά, έδειξε ίσως το σπουδαιότερο, δηλαδή το βαθύ πρόβλημα: Η ενότητα ήταν πιο δύσκολη από τον ίδιο τον αγώνα.
Ο ρόλος των ξένων δυνάμεων – Ο φόβος των Άγγλων
Οι Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Αυστρο-ουγγαρία) παρακολουθούσαν με καχυποψία. Η Αγγλία φοβόταν περισσότερο από όλα την επέκταση της Επανάστασης πέρα από την Πελοπόννησο και τα νησιά. Δεν ήθελε επ’ ουδενί την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης και την αναβίωση της Ρωμανίας ως ενιαίου ελληνικού χώρου.
Γιατί;
Διότι μια τέτοια εξέλιξη θα κατέρριπτε την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως τον «Μεγάλο ασθενή» και θα άνοιγε δρόμο στη Ρωσία προς τη Μεσόγειο, απειλώντας τα βρετανικά συμφέροντα στην Ινδία, το εμπόριο και την ισορροπία δυνάμεων.
Οι Άγγλοι προτιμούσαν ένα ελεγχόμενο, μικρό ελληνικό κρατίδιο – εξαρτημένο, περιορισμένο στα σύνορα του 1830 – παρά μια μεγάλη, αυτοδύναμη Ρωμανία που θα ενέπνεε τους υπόδουλους Έλληνες της Μικράς Ασίας και της Θράκης.
Τα δάνεια που έδωσαν (μέσω ιδιωτών) ήταν εγγυημένα με γη και προνόμια, αλλά ο πραγματικός φόβος τους ήταν η «Μεγάλη Ιδέα» που γεννήθηκε μέσα στην Επανάσταση.
Το Ναυαρίνο (8/20 Οκτωβρίου 1827) δεν ήταν «δώρο» των ξένων. Ήταν αποτέλεσμα του ανταρτοπολέμου του Κολοκοτρώνη και της ελληνικής αντοχής, που ανάγκασε τις Δυνάμεις να επέμβουν για να αποτρέψουν ρωσική μονοπώληση. Οι συμμαχικοί στόλοι κατέστρεψαν τον οθωμανικό-αραβικό στόλο, αλλά χωρίς την ελληνική αντίσταση στα βουνά, δεν θα υπήρχε αφορμή. Ήταν κοινό επίτευγμα, με βασικό πρωταγωνιστή τον ελληνικό αγώνα.
Το Γένος και η ετοιμότητα για κράτος
Το 1830, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, γεννήθηκε το πρώτο ελληνικό κράτος με κυβερνήτη τον μεγάλο Καποδίστρια – μικρό, περιορισμένο, εξαρτημένο από τις Δυνάμεις παρά την σθεναρή απαίτηση του Καποδίστρια για μεγαλύτερη έκταση.
Το Γένος δεν ήταν «έτοιμο» να σταθεί ως ευρωπαϊκό κράτος. Έλειπε η πατριωτική γραφειοκρατία, ο τακτικός στρατός, η οικονομική αυτοδυναμία. Αλλά είχε όμως τη ψυχή, δηλαδή εθνική συνείδηση, ήρωες, μάρτυρες. Οι Φαναριώτες και οι κοτζαμπάσηδες προσπάθησαν να διατηρήσουν προνόμια, αλλά η Επανάσταση είχε ήδη δημιουργήσει νέες δυνάμεις. Το κράτος του 1830 ήταν αρχή, όχι τέλος.
Η σύγχρονη αποδόμηση – Ιδεολογική επίθεση και οι σκοποί της
Σήμερα, ορισμένοι «ιστορικοί» και πολιτικοί αποδομούν την Επανάσταση. Την παρουσιάζουν ως «ταξικό πόλεμο» ή «αποκύημα της Γαλλικής Επανάστασης», αγνοώντας τις ρίζες της στη ρωμαίϊκη συνείδηση, στην Ορθοδοξία και στους αιώνες αντίστασης.
Λένε ότι ήταν «πόλεμος τάξεων» και όχι εθνικοπατριωτικός. Αυτές οι απόψεις δεν είναι επιστημονικές, ούτε έχουν κάποιο υπόβαθρο. Είναι ιδεολογικές καθαρά και χρηματοδοτούμενες από ξένα κέντρα. Στόχος τους είναι να αφαιρέσουν από τον λαό τη συνείδηση συνέχειας, να τον κάνουν «πολίτη του κόσμου» χωρίς ρίζες, ευκολότερο να ενταχθεί σε υπερεθνικές δομές.
Ακόμη και σήμερα, η Επανάσταση αποδομείται στα μάτια του λαού με πολλούς τρόπους. Στα σχολικά βιβλία που μειώνουν τον ρόλο του Κολοκοτρώνη και υπερτονίζουν τις «ταξικές αντιθέσεις» (συμπεριλαμβανομένων των Φαναριωτών ως «ελίτ»), στα ΜΜΕ που παρουσιάζουν τους ήρωες ως «αρχαίους πολέμαρχους» και όχι ως υπερασπιστές της Ρωμιοσύνης, και – πιο επικίνδυνα – στις σκέψεις πολιτικών να καταργήσουν ή να «εκσυγχρονίσουν» τις παρελάσεις της 25ης Μαρτίου.
Γιατί;
Διότι οι παρελάσεις δεν είναι απλώς «παράδοση». Είναι ζωντανή υπενθύμιση της συλλογικής μνήμης του «Ελευθερία ή Θάνατος», της Ρωμανίας, της Μεγάλης Ιδέας που τρόμαζε τους Άγγλους το 1821 και εξακολουθεί να τους ενοχλεί.
Οι πολιτικοί που τις αμφισβητούν - δηλαδή το Ψευτορωμαίΐκο (με πρόσχημα «κόστος», «ασφάλεια» ή «πολυπολιτισμικότητα») δεν το κάνουν από αφέλεια. Το κάνουν για να σβήσουν τη φλόγα από τα μάτια των νέων.
Να μετατρέψουν την Επανάσταση σε απλό «ιστορικό γεγονός» χωρίς συγκίνηση, χωρίς εθνική υπερηφάνεια. Να αποδυναμώσουν κάθε ιδέα ότι ο λαός μπορεί να σηκωθεί ξανά για κάτι μεγαλύτερο από την καθημερινή επιβίωση.
Οι σκοποί είναι ξεκάθαροι: Να διαλυθεί η συλλογική μνήμη, να γίνει ο Έλληνας «ευρωπαίος πολίτης» χωρίς πατρίδα, χωρίς την ανάμνηση της Ρωμανίας, χωρίς όραμα. Γιατί ένας λαός όπως το δικό μας Γένος, που θυμάται την 25η Μαρτίου δεν είναι εύκολος να ελεγχθεί. Δεν είναι εύκολος να πουληθεί σε ξένα συμφέροντα. Δεν είναι εύκολος να ξεχάσει ότι η Κωνσταντινούπολη είναι ακόμα «η Πόλη μας» και η πρωτεύουσα μας.
Εν κατακλείδι
Η Ελληνική Επανάσταση απέτυχε μεν στο σχέδιο της, αλλά δεν τελείωσε το 1830. Δεν έκλεισε σε βιβλία ούτε σε μνημεία.
Είναι ζωντανή εκκρεμότητα, ανοιχτή πληγή και ταυτόχρονα αστείρευτη φλόγα που καίει ακόμα μέσα στις φλέβες του Γένους.
Σήμερα, οι απάτριδες ψευτορωμιοί – αυτοί που ντρέπονται για το όνομά τους, που αποδομούν τον Κολοκοτρώνη για να υμνήσουν τον Μαυροκορδάτο, που θέλουν να σβήσουν τις παρελάσεις για να μην ενοχλούν τους ξένους – είναι οι χειρότεροι εχθροί του Έθνους. Οι επίορκοι που πουλάνε την ψυχή της Ρωμανίας για εξουσία, για ευρώ, για ευρωπαϊκή «κανονικότητα», που συνεχίζουν τον ίδιο φόβο που είχαν οι Άγγλοι το 1821 μπροστά στην προοπτική ανάκτησης της Πόλης, είναι οι σύγχρονοι προδότες της μνήμης.
Προδίδουν τον Ρήγα, τον Παπαφλέσσα, τον Κολοκοτρώνη, τον Μακρυγιάννη, ακόμα και τον ίδιο τον Μαυροκορδάτο που, παρά τις αδυναμίες του και το αλλοπρόσαλλο του χαρακτήρα του, δεν αρνήθηκε ποτέ ότι ήταν Ρωμιός.
Η Επανάσταση για τους Ψευτορωμιούς, είναι ο φόβος και ο τρόμος τους.
Γιατί η Ρωμιοσύνη δεν πέθανε ποτέ. Κοιμάται βαθιά μέσα στις καρδιές των Ελλήνων Ρωμιών – όχι ως παλιά ανάμνηση, αλλά ως ζωντανή, ανυπόμονη δύναμη.
Κοιμάται, όπως κοιμόταν κάτω από τα ερείπια της Άλωσης, κάτω από τα χρόνια της σκλαβιάς, κάτω από τις στάχτες του εμφυλίου και τις ήττες.
Κοιμάται, αλλά δεν πεθαίνει.
Περιμένει την πιο κατάλληλη στιγμή, σύμφωνα με τις προφητείες των Αγίων της Ορθοδοξίας, για να αναγεννηθεί – όχι ως μικρό κρατίδιο εξαρτημένο από ξένους, αλλά ως η Ρωμανία ολόκληρη, ελεύθερη, χριστιανική, ελληνική.
Εκείνη η στιγμή θα έρθει. Όταν ο λαός θυμηθεί ξανά ποιος είναι. Όταν η φλόγα του «Ελευθερία ή Θάνατος» ανάψει πιο δυνατή από κάθε ξένη προπαγάνδα και από κάθε εσωτερική προδοσία. Όταν οι Έλληνες Ρωμιοί - όσοι απομέιναμε δηλαδή - σηκωθούν όχι για να ζητήσουν, αλλά για να απαιτήσουν την κληρονομιά τους.
Μέχρι τότε, η φλόγα καίει. Και όποιος προσπαθεί να την σβήσει, θα καεί πρώτος.
Γιατί η Ρωμανία δεν είναι παρελθόν. Είναι η αιώνια υπόσχεση. Και το Γένος, όσο θυμάται, δεν σκύβει ποτέ.
Η Ρωμιοσύνη ξυπνά. Και θα νικήσει.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Οι Προφητείες των Αγίων για την Ανάκτηση της Πόλης
Η Ρωμιοσύνη δεν είναι μόνο ιστορική μνήμη. Είναι ζώσα προσμονή, βαθιά ριζωμένη στην πίστη του Γένους. Οι Άγιοι της Ορθοδοξίας, φωτισμένοι από το Άγιο Πνεύμα, προείδαν όχι μόνο την Άλωση του 1453, αλλά και την τελική της λύτρωση. Δεν μιλούν για πολιτική κατάκτηση, αλλά για θεϊκή οικονομία: μετά από μεγάλο πόλεμο, μετάνοια και δοκιμασία, η Πόλη θα επιστρέψει στους Ρωμιούς – όχι από ανθρώπινη δύναμη, αλλά από την πρόνοια του Θεού.
Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός (1714-1779)
Ο ισαπόστολος του Γένους, που μαρτύρησε λίγο πριν την Επανάσταση, άφησε σαφείς προφητείες για την Πόλη: «Όταν θα ιδήτε το χιλιάρμενο στα ελληνικά ύδατα, τότε θα λυθή το ζήτημα της Πόλης.» «Στην Πόλη θα χυθή αίμα που τριχρονίτικο δαμάλι θα πλεύση.» «Από τρία μπουγάζια στενά (Κρά, Κράψη και Μουζίνα) θα περνούν πολλά στρατεύματα για την Πόλη… Ο στρατός αυτός δεν θα φθάση στην Πόλη, στη μέση του δρόμου θα μάθη ότι ο πόλεμος ετελείωσε.» «Δεν θα φθάση ο στρατός στην Πόλη. Στη μέση του δρόμου θα ρθει το μαντάτο, ότι έφθασε το ποθούμενο.»
Ο Άγιος Κοσμάς προέβλεψε μεγάλη αιματοχυσία, αλλά και ότι η λύση θα έρθει ξαφνικά, χωρίς να φτάσουν τα στρατεύματα στον προορισμό τους. Η Πόλη θα «λυθεί» – θα ελευθερωθεί – όταν ο Θεός κρίνει ότι ήρθε η ώρα.
Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (1924-1994)
Ο έτερος εθνικός μας Άγιος, ο σύγχρονος Γέροντας του Γένους, με το προορατικό χάρισμα, επανέλαβε και εμπλούτισε τις προφητείες του Αγίου Κοσμά, μιλώντας με βεβαιότητα:
«Θα γίνει πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας. Στην αρχή οι Τούρκοι θα νομίσουν ότι νικάνε, αλλά αυτό θα είναι η καταστροφή τους. Οι Ρώσοι τελικά θα νικήσουν και θα πέσει η Πόλη στα χέρια τους. Μετά, θέλοντας και μη, θα τη δώσουν στην Ελλάδα.» «Οι Τούρκοι θα καταστραφούν… Το ένα τρίτο θα πάει στα βάθη της Τουρκίας, το άλλο τρίτο θα σωθεί διότι θα βαπτισθεί, και το τελευταίο τρίτο θα σκοτωθεί.» «Η Ελλάδα δεν θα πάρει μέρος στον πόλεμο… Θα είμαστε θεατές. Οι μεγάλοι θα φροντίσουν να μας δώσουν την Πόλη, όχι επειδή θα το θέλουν, αλλά επειδή αυτή η λύση θα εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους.» «Θα βαπτισθούν πολλοί Τούρκοι… Τότε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος (εννοεί τον υιό του Κων/νου) θα συμβάλει ως μεσάζοντας.» «Η Κωνσταντινούπολη θα ξαναγίνει ελληνική και η Αγία Σοφία πάλι θα λειτουργήσει.»
Ο Άγιος Παΐσιος τόνιζε την μετάνοια του ελληνικού λαού: «Επειδή θα υπάρξει μετάνοια, δεν θα πάθουμε κακό οι Έλληνες. Ο Θεός θα λυπηθεί την Ελλάδα.»
Η ανάκτηση δεν θα έρθει από υπερηφάνεια, αλλά από ταπείνωση και επιστροφή στην Εκκλησία.
Άλλες παραδόσεις
Παλαιότερες προφητείες, όπως του Αγίου Ανδρέα του δια Χριστόν Σαλού (10ος αιώνας), μιλούν για «ξανθόν γένος» (συχνά ερμηνεύεται ως Ρώσοι) που θα εισέλθει στην Πόλη και θα εκδιώξει τους Αγαρηνούς.
Ο Αγαθάγγελος και άλλοι Αγιορείτες πατέρες συγκλίνουν στο ίδιο μήνυμα: η Πόλη θα επιστρέψει όταν ο Θεός κρίνει ότι το Γένος είναι έτοιμο.
Αυτές οι προφητείες δεν είναι «εθνικιστικές» φαντασιώσεις. Είναι πνευματικά μηνύματα. Η Ρωμιοσύνη θα αναγεννηθεί όταν ο λαός μετανοήσει, προσευχηθεί και εμπιστευθεί τον Θεό.
Δεν καλούν σε πόλεμο, αλλά σε εγρήγορση πίστης. Η Πόλη δεν θα «κατακτηθεί» με όπλα μόνο, αλλά θα «δοθεί» από την Πρόνοια, όπως δόθηκε η Ελευθερία το 1821 μετά από αιώνες δοκιμασίας.
Η Ρωμιοσύνη κοιμάται ακόμα μέσα στις καρδιές μας. Όμως, σύμφωνα με τους Αγίους, ξυπνά όταν ο λαός στρέφεται στον Σταυρό και στην Αγία Σοφία.
«Και τότε… θα λυθή το ζήτημα της Πόλης.»
Μακάριοι όσοι θα ζήσουν εκείνες τις ημέρες με πίστη και όχι με μίσος. Γιατί η ανάσταση της Ρωμανίας είναι πρωτίστως ανάσταση ψυχών.
Πύρινος Λόγιος sergioschrys@outlook.com



Σχόλια