«Καπετάν Λάφυρας»: Όταν η ελληνική Ιστορία δικάζεται με ξένα κατηγορητήρια!
- sergioschrys
- πριν από 2 λεπτά
- διαβάστηκε 12 λεπτά
Η Μαρία Ευθυμίου, ο Γκούναρ Χέρινγκ και η ακαδημαϊκή αποικιοκρατία που μετατρέπει μια ατεκμηρίωτη κρίση σε «ιστορικό γεγονός»

O ιστορικός, ως επιστήμων κι όχι κομπογιαννίτης, αν θέλει να ονομάζεται έτσι ανεξαρτήτως τίτλων και θέσεων, δεν κρίνεται από το πλήθος των γνώσεών του, από τους τίτλους του ή από τη διδακτική του ευφράδεια. Κρίνεται από μία και μόνη φράση. Από εκείνη τη φράση που συμπυκνώνει τη μέθοδο, τις επιρροές, τις εξαρτήσεις και, τελικά, την αντίληψή του για το ίδιο το λειτούργημα της Ιστορίας.

Μία τέτοια φράση εκστόμισε η ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών Μαρία Ευθυμίου, όταν δήλωσε ενώπιον των ακροατών της: «Το παρατσούκλι του Κολοκοτρώνη στην περίοδο της Επαναστάσεως ήταν "ο Καπετάν Λαφύρας"!».
Όχι «φέρεται να ήταν», όπως ίσως θα έπρεπε. Ούτε «σύμφωνα με τον Γκούναρ Χέρινγκ», ο οποίος είναι ξένος, Γερμανός για την ακρίβεια και άρα μακριά από την δική μας Ιστορία. Ούτε βεβαίως ότι «αναφέρεται σε κάποια νεότερη βιβλιογραφία». Ούτε καν εν τέλει, «κατά μία αμφισβητούμενη μαρτυρία».
Απλά και χωρίς σάλτες...ήταν! Τέλος!
Μία λέξη, ένα ρήμα και μία απόλυτη βεβαιότητα. Η βεβαιότητα εκείνη που ο Ιστορικός δικαιούται να χρησιμοποιήσει μόνον όταν έχει στα χέρια του σαφή, επαρκή και διασταυρωμένη τεκμηρίωση. Διότι στην Ιστορία δεν αρκεί να επαναλαμβάνεις κάτι που έγραψε ένας άλλος καθηγητής και μάλιστα ξένος προς το ιστορικό και ρωμαίϊκο "γίγνεσθαι". Οφείλεις ως Ιστορικός με σεβασμό προς την επιστήμη που υπηρετείς, να γνωρίζεις από πού το άντλησε αυτός ο Γερμαναράς, σε ποια μαρτυρία στηρίχθηκε, πόσο κοντά βρίσκεται η μαρτυρία αυτή στα γεγονότα και αν επιβεβαιώνεται από άλλες ανεξάρτητες πηγές.
Και εδώ ακριβώς αρχίζουν τα δύσκολα για την μαντάμ Ευθυμίου.
Ποιος αποκάλεσε λοιπόν τον Κολοκοτρώνη...«Καπετάν Λαφύρα»;
Ο ισχυρισμός εμφανίζεται στη νεότερη ιστοριογραφία και αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στον Γερμανό ιστορικό Γκούναρ Χέρινγκ, ο οποίος έγραψε ότι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης επέδειξε τέτοιο ζήλο πλουτισμού κατά τη διάρκεια του πολέμου, ώστε του δόθηκε το παρατσούκλι «Καπετάν Λαφύρας»!
Μάλιστα. Πολύ ωραία. Το έγραψε ο Χέρινγκ. Και λοιπόν;
Από πότε η γνώμη ενός μεταγενέστερου Γερμανού πανεπιστημιακού απέκτησε ισχύ πρωτογενούς ιστορικής μαρτυρίας;
Από πότε μία πρόταση σε ένα βιβλίο, γραμμένο περισσότερο από ενάμιση αιώνα μετά την Επανάσταση, αρκεί για να κατασκευάσει ένα προσωνύμιο που υποτίθεται ότι κυκλοφορούσε στα στρατόπεδα του Αγώνα;
Ποιος άνθρωπος της εποχής άκουσε τον χαρακτηρισμό; Σε ποιο απομνημόνευμα καταγράφεται;
Σε ποια επιστολή;
Σε ποια εφημερίδα;
Σε ποιο διοικητικό ή στρατιωτικό έγγραφο;
Σε ποια αναφορά Έλληνα, Οθωμανού ή φιλέλληνα;
Ποιος πολιτικός αντίπαλος του Κολοκοτρώνη, από εκείνους που δεν δίστασαν να τον συκοφαντήσουν, να τον φυλακίσουν και να τον οδηγήσουν ακόμη και σε καταδίκη θανάτου, χρησιμοποίησε εναντίον του αυτό το τόσο εύχρηστο και δηλητηριώδες προσωνύμιο;
Μέχρι να κατατεθεί αυτή η πηγή, ο «Καπετάν Λαφύρας» δεν αποτελεί εξακριβωμένο ιστορικό γεγονός. Αποτελεί έναν απλό ισχυρισμό της νεότερης ιστοριογραφίας που πολλές φορές, αυτη της η νεοτερικότητα, έχει τάσεις μερικής ή ολικης αναθεώρησης κατά βούληση και που αναζητεί ακόμη την πρωτογενή του θεμελίωση.
Και όταν ένας ιστορικός μετατρέπει έναν τέτοιο ισχυρισμό σε βεβαιότητα, διαπράττει ακριβώς εκείνο το μεθοδολογικό σφάλμα από το οποίο υποτίθεται ότι διδάσκει τους φοιτητές του να προφυλάσσονται.
Άλλο τα λάφυρα και άλλο η κατασκευή ενός προσωνυμίου
Λάφυρα; Βεβαίως! Ασφαλώς και υπήρχε λαφυραγωγία στην Επανάσταση του 1821. Όποιος το αρνείται δεν υπερασπίζεται την Ιστορία, αλλά κατασκευάζει αγιογραφίες.
Τα επαναστατικά στρατεύματα δεν διέθεταν συγκροτημένο σύστημα μισθοδοσίας και επιμελητείας. Δεν υπήρχε οργανωμένο κράτος με τακτικό προϋπολογισμό, στρατιωτικές αποθήκες, αδιάλειπτο ανεφοδιασμό και τραπεζικούς λογαριασμούς από τους οποίους οι αγωνιστές εισέπρατταν τον όποιο μισθό τους.
Τα όπλα, τα άλογα, τα πολεμοφόδια, τα ενδύματα, τα τρόφιμα και τα χρήματα του αντιπάλου αποτελούσαν συχνά την υλική αμοιβή του πολεμιστή και το μέσο με το οποίο μπορούσε να συνεχιστεί ο πόλεμος.
Αυτή ήταν μια πανάρχαια πολεμική πρακτική, όχι κάποια ιδιοτροπία του Κολοκοτρώνη. Ίσχυε για τους Μανιάτες, τους Σουλιώτες, τους Ρουμελιώτες, τους Πελοποννησίους, αλλά και για τους Οθωμανούς, τους Αλβανούς μισθοφόρους και σχεδόν κάθε άτακτο στράτευμα της εποχής.
Για την ακρίβεια των λόγων, θα σας διηγηθώ ένα επεισόδιο που συνέβη μεταξύ του Πρίγκηπα Δημητρίου Υψηλάντη και του Νικηταρά, όταν ο τελευταίος είχε τελειώσει με τον Δράμαλη και τα υπολείμματα του στρατού του, στήνοντας του καρτέρι στο δρόμο του προς τη Κόρινθο.
Ο Υψηλάντης είχε αρπάξει δυό ασημένιες πιστόλες από έναν Τούρκο αξιωματικό του Δράμαλη και τις πήγε στο κατάλυμα του Νικηταρά.
"Σου αρέσουν ωρέ Νικηταρά;" του είπε καθώς του τις έδειχνε χαμογελώντας.
Ο Νικηταράς τις πήρε στα χέρια του και τις ζύγιαζε.
"Όμορφα άρματα Πρίγκηπα, ακριβά!"
"Είναι δικές σου, στις χαριζω" του είπε με ευχαρίστηση, "λάφυρα απ' τον στρατό του Δράμαλη"
"Σ' ευχαριστώ Πρίγκηπα", του είπε ο Νικηταράς. "Αλλά δε θα τις κρατήσω εγώ. Θα τις πουλήσω. Για να ταΐσω τη φαμιλια μου, τη γυναίκα και τα παιδιά μου... Τα άρματα είναι ακριβά... Και η φαμίλια μου πεινάει..."
Το περιστατικό το περιγράφει ο Φωτάκος Χρυσανθόπουλος, γραμματικός του Κολοκοτρώνη στα "Απομνημονεύματα" του, και δείχνει αυτή την αυτοθυσία και τη γενναιότητα αλλά και το ηθος που είχαν τότε οι Έλληνες πολεμιστές, οι οποίοι καθοδηγουνταν από τον Μεγάλο Στρατηγό του Έθνους. Και το κυριότερο, ποιά ήταν η ανταμοιβή τους για να μη πεθάνουν της πείνας οι οικογένειες τους.
Ο Κολοκοτρώνης γνώριζε απολύτως την ψυχολογία των ανδρών του. Πριν από τα Δερβενάκια τούς μίλησε για τα άλογα, τα όπλα, τα ρούχα και τα χρήματα που θα έπαιρναν από τον στρατό του Δράμαλη. Και καλά έκανε! Έπρεπε να συγκρατήσει ένα άτακτο στράτευμα απέναντι σε μία υπέρτερη δύναμη, την ώρα που πολλοί θεωρούσαν την Επανάσταση χαμένη μετά την εμφάνιση του Δράμαλη και έτρεχαν να σωθούν.
Αλλά αυτό κυρία Ευθυμίου, κυρια συνάδελφε, δεν τον καθιστά κοινό λαφυραγωγό. Ούτε αυτόν, ούτε κανέναν άλλον. Τον καθιστά στρατηγό που γνώριζε με ποιους ανθρώπους πολεμούσε, μέσα σε ποιες συνθήκες και με ποια μέσα μπορούσε να τους οδηγήσει στη νίκη.
Εκεί, στα Δερβενάκια, ο «Καπετάν Λαφύρας» του Χέρινγκ και της κυρίας Ευθυμίου δεν άρπαξε απλώς μερικά άλογα και φλουριά. Διέσωσε την Ελληνική Επανάσταση από σχεδόν βέβαιη συντριβή.
Ας μη λησμονούμε αυτή τη μικρή… λεπτομέρεια.
Η μαρτυρία του Μακρυγιάννη δεν αποδεικνύει το προσωνύμιο
Η κυρία Ευθυμίου επικαλείται στη συνέχεια τον Μακρυγιάννη, ο οποίος κατηγόρησε τον Κολοκοτρώνη και τους ανθρώπους του ότι ήρθαν φτωχοί στην Ελλάδα και πλούτισαν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.
Ακόμη κι αν αποδεχθούμε αυτούσια την κατηγορία, πάλι δεν αποδεικνύεται ότι ο Κολοκοτρώνης έφερε το προσωνύμιο «Καπετάν Λαφύρας».
Επι πλέον, τα "Απομνημονεύματα" δεν είναι ουδέτερες δικαστικές εκθέσεις. Είναι προσωπικές αφηγήσεις ανθρώπων που έζησαν μέσα στις συγκρούσεις, στα πάθη, στους ανταγωνισμούς και στους εμφυλίους της εποχής.
Ο Μακρυγιάννης ήταν η άλλη μεγάλη μορφή του Αγώνα, αλλά δεν έπαυε να είναι άνθρωπος με συγκεκριμένες πολιτικές αντιπαλότητες, προσωπικές εκτιμήσεις και τοπικές προσλαμβάνουσες.
Η μαρτυρία του οφείλει να εξετάζεται με σεβασμό, αλλά και με διασταύρωση. Δεν υιοθετείται επειδή εξυπηρετεί μια προαποφασισμένη αφήγηση. Κυρίως, όμως, δεν αποδεικνύει εκείνο που δεν λέει. Ο Μακρυγιάννης μπορεί να κατηγορεί τον Κολοκοτρώνη για πλουτισμό. Δεν καταγράφει, όμως, το υποτιθέμενο προσωνύμιο.
Η μετάβαση από το «κατηγορήθηκε ότι πλούτισε» στο «είχε το παρατσούκλι Καπετάν Λαφύρας» δεν είναι ιστορική απόδειξη. Είναι λογικό άλμα.
Όταν ο ξένος καθηγητής μετατρέπεται σε αλάθητο Πάπα
Το βαθύτερο πρόβλημα δεν αφορά μόνο την Ευθυμίου, τον Βερέμηή τη Ρεπούση . Αφορά μία ολόκληρη νοοτροπία που έχει ριζώσει σε σημαντικό τμήμα της ελληνικής ακαδημαϊκής τάξης.
Εδώ και δεκαετίες παρατηρούμε το ίδιο θλιβερό αυτο φαινόμενο. Νέοι επιστήμονες φεύγουν στο εξωτερικό για μεταπτυχιακές ή διδακτορικές σπουδές και αρκετοί επιστρέφουν έχοντας αποκτήσει όχι απλώς περισσότερες γνώσεις, αλλά και μια παράξενη περιφρόνηση προς καθετί ελληνικό.
Δεν επιστρέφουν όλοι έτσι. Θα ήταν άδικο και ανόητο να το ισχυριστούμε. Υπάρχουν σπουδαίοι Έλληνες επιστήμονες που φοίτησαν στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, όπως πχ ο γιατρός ιολόγος, ο Γιάννης ο Ιωαννίδης, αξιοποίησαν τις γνώσεις τους και υπηρέτησαν την πατρίδα και την αλήθεια. Όμως το επαναλαμβανόμενο μοτίβο είναι πλέον τόσο εμφανές, ώστε δεν μπορεί να αποδοθεί πάντοτε στην τύχη.
Κάποιοι έφυγαν για να σπουδάσουν Ιστορία και επέστρεψαν πεπεισμένοι ότι η αποστολή τους είναι να «διορθώσουν» την ιστορική μνήμη του λαού τους. Έφυγαν γνωρίζοντας ότι το ελληνικό έθνος έχει ήρωες, συνέχεια, παραδόσεις και συλλογικές μνήμες και επέστρεψαν αντιμετωπίζοντας όλα αυτά ως ύποπτους «εθνικούς μύθους».
Στις σχολές αυτές διδάχθηκαν ότι ο μόνος επιστημονικά «γενναίος» ιστορικός είναι εκείνος που αποδομεί. Εκείνος που μικραίνει τα μεγάλα, λερώνει τα καθαρά και ανακαλύπτει ταπεινά κίνητρα πίσω από κάθε ηρωική πράξη.
Αν ένας αγωνιστής θυσιάστηκε, πρέπει οπωσδήποτε να υπήρχε κάποιο συμφέρον πίσω απ' τη θυσία του. Αν ένας λαός αντιστάθηκε, πρέπει να επρόκειτο για κατασκευασμένη εθνική αφήγηση. Αν ένα έθνος διατήρησε τη μνήμη του μέσα στους αιώνες, πρέπει να πρόκειται για αναδρομική επινόηση.
Η αμφισβήτηση παρουσιάζεται ως απόδειξη ευφυΐας. Η αποδόμηση βαπτίζεται επιστημονική τόλμη. Και η υπεράσπιση μιας ιστορικής προσωπικότητας, ακόμη και όταν στηρίζεται στις πηγές, συκοφαντείται ως εθνικιστική αγιογραφία.
Αυτό δεν είναι επιστήμη. Είναι ακαδημαϊκός επαρχιωτισμός με κοσμοπολίτικο προσωπείο!
Είναι η ψυχολογία του πνευματικά αποικιοκρατούμενου, ο οποίος πιστεύει ότι μία πρόταση αποκτά μεγαλύτερη αξία όταν είναι γραμμένη στα γερμανικά, στα αγγλικά ή στα γαλλικά. Που αντιμετωπίζει τον ξένο καθηγητή ως αλάθητο Πάπα και τον Έλληνα Ιστορικό ως ύποπτο, εφόσον δεν προσκυνήσει την εισαγόμενη αφήγηση.
Το ίδιο φαινόμενο και στη Θεολογία
Το ίδιο ακριβώς δράμα παρακολουθήσαμε και στον θεολογικό χώρο.
Ορθόδοξοι κληρικοί και θεολόγοι στάλθηκαν να σπουδάσουν σε προτεσταντικές και ρωμαιοκαθολικές σχολές. Αντί να μελετήσουν τις δυτικές παραδόσεις, να γνωρίσουν τα επιχειρήματά τους και να επιστρέψουν καλύτερα εξοπλισμένοι για να υπηρετήσουν την Ορθοδοξία, οι περισσότεροι (τρανό παράδειγμα ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος) επέστρεψαν έχοντας εσωτερικεύσει τα ίδια τα κριτήρια της δυτικής θεολογίας.
Άρχισαν να διαβάζουν τους Πατέρες με προτεσταντικά γυαλιά, να αντιμετωπίζουν την Παράδοση ως διαπραγματεύσιμο πολιτιστικό κατάλοιπο και να θεωρούν την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία περίπου ως εμπόδιο στον «εκσυγχρονισμό» και στον διαθρησκειακό συγχρωτισμό.
Δεν άλλαξαν απλώς απόψεις. Άλλαξαν το μέτρο με το οποίο έκριναν την ίδια τους την παράδοση.
Ανάλογο φαινόμενο βλέπουμε και στην Ιστορία. Ορισμένοι Έλληνες ιστορικοί δεν μελετούν πλέον την ξένη βιβλιογραφία για να τη συγκρίνουν με τις πηγές. Μελετούν τις ελληνικές πηγές για να εντοπίσουν ό,τι μπορεί να προσαρμοστεί στην ξένη θεωρία.
Κι όταν η πηγή δεν συμφωνεί με τη θεωρία, τόσο το χειρότερο για την πηγή.
Ο Κολοκοτρώνης δεν έχει ανάγκη από αγιογραφίες
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν ήταν ουτε άγιος ούτε αλάνθαστος. Ήταν άνθρωπος της εποχής του, με πάθη, σφάλματα, πολιτικές επιλογές, οικογενειακά συμφέροντα και σκληρότητα που σήμερα ίσως μας ξενίζει.
Η πραγματική του όμως μεγαλοσύνη δεν χρειάζεται να κρυφτεί πίσω από εξωραϊσμούς.
Όμως άλλο πράγμα η κριτική έρευνα και άλλο η μετατροπή ενός ατεκμηρίωτου προσωνυμίου σε ταυτότητα. Άλλο να μελετάς τη διαχείριση των λαφύρων και άλλο να συμπυκνώνεις τον αρχιστράτηγο του Αγώνα στη λέξη «Λαφύρας».
Ο Κολοκοτρώνης ήταν εκείνος που διέγνωσε ότι η Τριπολιτσά αποτελούσε την καρδιά της οθωμανικής εξουσίας στον Μοριά.
Ήταν εκείνος που επέβαλε στρατηγική εκεί όπου βασίλευαν ο τοπικισμός και η αταξία.
Εκείνος που στα Δερβενάκια συνέτριψε τη στρατιά του Δράμαλη και κράτησε την Επανάσταση ζωντανή. Ήταν αυτός που, όταν ο Ιμπραήμ έκαιγε και ερήμωνε την Πελοπόννησο, κράτησε την αντίσταση όρθια με τον κλεφτοπόλεμο και τη σιδερένια επιμονή του.
Ήταν επίσης ο άνθρωπος που φυλακίστηκε από τους Έλληνες πολιτικούς της φάρας των Φαναριωτών, την ώρα που η πατρίδα τον είχε περισσότερο ανάγκη και αργότερα καταδικάστηκε σε θάνατο από μια εξουσία που φοβόταν το κύρος του.
Αυτός ήταν ο Κολοκοτρώνης.
Κι αν κάποιοι θέλουν να τον κρίνουν, έχουν κάθε δικαίωμα. Αλλά θα τον κρίνουν με τις πηγές, με τα δεδομένα και με τα μέτρα της εποχής του. Όχι με φθηνά προσωνύμια που περιφέρονται από υποσημείωση σε υποσημείωση μέχρι να βαπτιστούν «ιστορικές αλήθειες».
Το ερώτημα που οφείλει να απαντήσει η Μαρία Ευθυμίου
Η Ευθυμίου δεν χρειάζεται να δώσει μαθήματα περί του ότι «η Ιστορία δεν πρέπει να μας χαϊδεύει τα αυτιά». Χαιρόμαστε πολυ. Το γνωρίζουμε κυρία συνάδελφε.
Η Ιστορία δεν υπάρχει ούτε για να χαϊδεύει ούτε για να μαστιγώνει έθνη. Υπάρχει για να ερευνά, να τεκμηριώνει, να συγκρίνει και να ερμηνεύει.
Το ερώτημα λοιπόν προς την ίδια, είναι απλό και αυστηρώς επιστημονικό:
"Ποια είναι η πρωτογενής πηγή που βεβαιώνει ότι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έφερε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης το προσωνύμιο «Καπετάν Λαφύρας»;"
Αν υπάρχει, ας δημοσιευθεί. Θα τη μελετήσουμε και θα αναθεωρήσουμε όσα γνωρίζαμε. Αυτή είναι η έντιμη επιστημονική στάση.
Αν δεν υπάρχει όμως - που δεν υπάρχει -, η κυρία Ευθυμίου οφείλει να αναγνωρίσει ότι παρουσίασε ως δεδομένο έναν μη επαρκώς τεκμηριωμένο ισχυρισμό. Όχι επειδή ο Κολοκοτρώνης βρίσκεται υπεράνω κριτικής, αλλά επειδή κανένας ιστορικός δεν βρίσκεται υπεράνω των πηγών.
Και αν η μοναδική απάντηση είναι «αφού το γράφει ο Χέρινγκ», τότε το επόμενο ερώτημα είναι αναπόφευκτο: Πού το βρήκε ο Χέρινγκ;
Διότι ο Γερμανός καθηγητής δεν βρισκόταν στα Δερβενάκια, δεν περπάτησε στα στρατόπεδα του Μοριά και δεν άκουσε τους αγωνιστές να φωνάζουν τον Κολοκοτρώνη με αυτό το όνομα.
Η αυθεντία δεν υποκαθιστά την απόδειξη. Ούτε όταν ονομάζεται Χέρινγκ ούτε όταν ονομάζεται Ευθυμίου.
Η Ιστορία μας δεν είναι εργαστήριο αποικιακών πειραμάτων
Εδώ βρίσκεται, τελικά, ο πυρήνας του προβλήματος. Ένα τμήμα του ελληνικού ακαδημαϊκού κόσμου θεωρεί περίπου καθήκον του να απολογείται διαρκώς για την ελληνική Ιστορία ενώπιον ξένων ιδεολογικών "δικαστηρίων". Και χωρίς περιστροφές, το λεω ευθέως: Εξυπηρετούν επί χρήμασι τη Νέα Εποχή, την Νέα Τάξη Πραγμάτων που μία εκ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για να στερεοποιηθεί, είναι η αποδόμηση της Ιστορίας των λαών και της ιστορικής τους μνήμης. Κι επειδή η δική μας Ιστορία, κυριολεκτικά είναι και η συνέχεια της Ιστορίας των άλλων ευρωπαικών λαών, θα πρέπει να αποδομηθεί πρώτα η δική μας.

Και η αποδόμηση αυτή δεν ξεκίνησε πρόσφατα. Ξεκινάει από τον 16ο αιωνα, όπου κάποιος ασήμαντος ονόματι Ιερώνυμος Βόλφ, μετέτρεψε την ονομασία της πλέον ένδοξης εποχής του ελληνισμού, την εποχή της Ρωμανίας, σε "Βυζάντιο", αφαιρώντας την ρωμαϊκή της υφή για λόγους πολιτικών συμφερόντων των Γερμανών και των Φράγκων, και αλλοίωσε κάθε τι που την αφορούσε, ως ρωμαϊκή εξέλιξη.
Ο σημερινός λοιπόν ακαδημαϊκός κοσμος, αντί να εξετάζει κριτικά τις ξένες ιστοριογραφικές σχολές, τις εισάγει αυτούσιες. Αντί να αμφισβητεί τον Χέρινγκ, αμφισβητεί τον Κολοκοτρώνη. Αντί να απαιτεί πηγή από τον ξένο πανεπιστημιακό, απαιτεί από τους Έλληνες να αποδεχθούν τον χαρακτηρισμό του. Αντί να αναζητεί την αλήθεια, αναζητεί τον τρόπο με τον οποίο θα αποδείξει ότι η εθνική μας μνήμη είναι δήθεν προϊόν μυθοπλασίας.
Και ύστερα αναρωτιούνται γιατί ο ελληνικός λαός αντιμετωπίζει με καχυποψία τους «ειδικούς».
Δεν φταίει ο λαός όταν ο ειδικός χρησιμοποιεί το κύρος του τίτλου του για να παρουσιάσει αμφισβητούμενες κρίσεις ως αναμφισβήτητα γεγονότα. Δεν φταίει η κοινωνία όταν βλέπει την ιστορική αυστηρότητα να εφαρμόζεται μονόπλευρα: Εξονυχιστικός έλεγχος για καθετί που τιμά τον Ελληνισμό, αλλά αξιοθαύμαστη ευπιστία για καθετί που τον μειώνει.
Η κριτική στην εθνική Ιστορία είναι αναγκαία. Η αυτογνωσία είναι δύναμη. Η απόκρυψη όμως σφαλμάτων και εγκλημάτων δεν εξυπηρετεί κανέναν.
Αλλά η μονίμως στραμμένη προς τα μέσα κατεδαφιστική μανία δεν είναι αυτογνωσία. Είναι αυτοπεριφρόνηση.
Και όταν αυτή η αυτοπεριφρόνηση ντύνεται με πανεπιστημιακή τήβεννο, παραμένει αυτό που ήταν εξ' αρχής: Μία βαθιά μορφή πνευματικής υποτέλειας.
Η «ξένη ακρίδα» και η απολογία του Γεωργίου Τερτσέτη
Το 1834, όταν ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και ο Γεώργιος Τερτσέτης αρνήθηκαν να υπογράψουν τη θανατική καταδίκη του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και του Δημητρίου Πλαπούτα, δεν υπερασπίστηκαν απλώς δύο κατηγορουμένους. Υπερασπίστηκαν την ελληνική Δικαιοσύνη απέναντι σε μια πολιτική σκευωρία και αρνήθηκαν να μετατρέψουν τη δικαστική τους έδρα σε λαιμητόμο των ελευθερωτών της πατρίδας.
Ο Τερτσέτης, όταν αργότερα σύρθηκε και ο ίδιος στο εδώλιο μαζί με τον Πολυζωΐδη, επειδή αρνήθηκε να γίνει συνένοχος στη δικαστική δολοφονία, μετέτρεψε την απολογία του σε κατηγορητήριο κατά του Εδουάρδου Μάσον, της Αντιβασιλείας και ολόκληρου του μηχανισμού που επιχείρησε να εξοντώσει τον Γέρο του Μοριά.
Αν συμπυκνώναμε τα κρίσιμα λεχθέντα της ιστορικής εκείνης απολογίας και τα αποδίδαμε στη σημερινή μας γλώσσα, θα ακούγονταν ως εξής:
«Ξένη ακρίδα… Εσείς κύριε Μάσον, δεν θέλετε τους Έλληνες. Εδώ και μήνες εσείς και η Αντιβασιλεία διώκετε τους ήρωες και πρωτεργάτες της Επανάστασης γιατί δεν θέλατε ποτέ να ελευθερωθεί η Ελλάδα. Τους μισείτε γι αυτό. Και διώξατε όλους όσους δεν σας προσκύνησαν, τους σκοτώσατε ή τους καταντήσατε ζητιάνους ή ληστές! Και τώρα πάτε να σκοτώσετε και τον μέγιστο των Ελλήνων με χαλκευμένα κατηγορητήρια που δεν θα στεκόταν ούτε κατά διάνοια στα δικά σας δικαστήρια. Όσο κι αν δε σου αρέσει, η Ελλάδα είναι του Κολοκοτρώνη επίτροπε. Κι όσο αυτός ο τόπος βγάζει Κολοκοτρώνηδες, έχετε χαμένο το παιχνίδι. Κι εσείς και όλη η κουστωδία σας».
Σχεδόν δύο αιώνες αργότερα, ο λόγος εκείνος παραμένει ανατριχιαστικά επίκαιρος.
Τότε επιχείρησαν να δολοφονήσουν τον Κολοκοτρώνη σωματικά, οδηγώντας τον στη λαιμητόμο με ένα χαλκευμένο κατηγορητήριο. Σήμερα επιχειρούν να τον δολοφονήσουν και ιστορικά, μετατρέποντας τον αρχιστράτηγο της Επανάστασης σε «Καπετάν Λαφύρα» μέσα από ατεκμηρίωτες κρίσεις που περνούν από το ένα βιβλίο στο άλλο, ώσπου η επανάληψή τους να αποκτήσει την επίφαση αλήθειας.
Τότε ο ξένος κατήγορος ονομαζόταν Μάσον. Σήμερα η ξένη αυθεντία ονομάζεται Χέρινγκ.
Τότε ζητήθηκε από Έλληνες δικαστές να υπογράψουν τη φυσική εξόντωση του Γέρου του Μοριά. Σήμερα ζητείται από Έλληνες ιστορικούς και πανεπιστημιακούς να επικυρώσουν την ηθική και ιστορική του αποκαθήλωση.
Τότε, όμως, υπήρχαν ακόμη ο Πολυζωίδης και ο Τερτσέτης.
Υπήρχαν άνθρωποι που γνώριζαν ότι πάνω από την κρατική εντολή, πάνω από την υπουργική πίεση, πάνω από τη βαυαρική εξουσία και πάνω από την προσωπική τους ασφάλεια στεκόταν κάτι ανώτερο: Η συνείδηση, η Δικαιοσύνη και το χρέος προς το έθνος.
Το ερώτημα είναι αν υπάρχουν σήμερα μέσα στα ελληνικά πανεπιστήμια οι αντίστοιχοι Τερτσέτηδες. Άνθρωποι που θα αρνηθούν να βάλουν την υπογραφή τους κάτω από ένα ατεκμηρίωτο ιστοριογραφικό κατηγορητήριο, ακόμη κι αν αυτό φέρει τη σφραγίδα μιας ξένης "αυθεντίας".
Διότι η ξένη ακρίδα δεν έρχεται πάντοτε με στρατεύματα και ξιφολόγχες. Κάποτε έρχεται με δικαστικές τηβέννους, κάποτε με πανεπιστημιακούς τίτλους και κάποτε με περισπούδαστες υποσημειώσεις.
Και όσο αυτός ο τόπος εξακολουθεί να βγάζει Κολοκοτρώνηδες, Πολυζωίδηδες και Τερτσέτηδες, το παιχνίδι τους θα παραμένει χαμένο.
Ο Γέρος του Μοριά θα τους κοιτάζει πάντοτε από ψηλά
Ο Κολοκοτρώνης άντεξε τους Οθωμανούς, τους κοτζαμπάσηδες, τους εμφυλίους, τις φυλακές και την καταδίκη σε θάνατο. Θα αντέξει και τους σημερινούς αναθεωρητές του.
Δεν χρειάζεται τη δική μας προστασία. Αντιθέτως. Εμείς χρειαζόμαστε το παράδειγμά του.
Εκείνος γνώριζε πως οι λαοί δεν ελευθερώνονται με ακαδημαϊκές υποσημειώσεις ούτε επιβιώνουν όταν ντρέπονται για τους αγώνες τους. Ελευθερώνονται όταν διαθέτουν μνήμη, πίστη, ενότητα και ανθρώπους που είναι έτοιμοι να σταθούν στα Δερβενάκια της δικής τους εποχής.
Η κυρία Ευθυμίου είχε κάθε δικαίωμα να εξετάσει τη σχέση του Κολοκοτρώνη με τα λάφυρα. Δεν είχε, όμως, το επιστημονικό δικαίωμα να μετατρέψει έναν αμφισβητούμενο και ανεπαρκώς τεκμηριωμένο ισχυρισμό σε απόλυτη ιστορική βεβαιότητα.
Και το χειρότερο; Δεν είναι ότι εμπιστεύθηκε τον Χέρινγκ. Το χειρότερο είναι ότι, μεταξύ του Έλληνα αγωνιστή και του ξένου καθηγητή, δεν απαίτησε αποδείξεις από τον καθηγητή. Τις απαίτησε, εμμέσως, από τη μνήμη του αγωνιστή.
Αυτό είναι το πραγματικό σκάνδαλο.
Διότι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν εισήλθε στην Ιστορία ως «Καπετάν Λαφύρας».
Εισήλθε ως ο άνθρωπος που, όταν οι άλλοι έβλεπαν το τέλος της Επανάστασης, είδε τον δρόμο προς τη νίκη.
Ως ο στρατηγικός νους που συνέτριψε τον Δράμαλη.
Ως ο πολέμαρχος που κράτησε τον Μοριά όρθιο απέναντι στον Ιμπραήμ. Ως ο φυλακισμένος ελευθερωτής μιας πατρίδας που πολλές φορές αποδείχθηκε μικρότερη από τα παιδιά της.
Και όσες υποσημειώσεις κι αν επιστρατεύσουν, όσες θεωρίες κι αν εισαγάγουν και όσα ατεκμηρίωτα προσωνύμια κι αν κατασκευάσουν, ο Γέρος του Μοριά θα εξακολουθεί να τους κοιτάζει από ψηλά. Όχι επειδή η Ιστορία τον αγιοποίησε. Αλλά επειδή τα ίδια τα έργα του τον δικαίωσαν.
Πύρινος Λόγιος



Σχόλια