Μικρασιατική Καταστροφή: "Πάλι με χρόνους, με καιρούς..."
- sergioschrys
- πριν από 2 λεπτά
- διαβάστηκε 5 λεπτά
Η Ιστορία της Ελλάδας δείχνει, ότι οι επιθετικές εκστρατείες εκτός των συνόρων (πλην αυτής της εκστρατείας του Μ. Αλεξάνδρου) συχνά κατέληγαν σε τραγωδία...

Μικρασιατική Καταστροφή: Το γεγονός που σφράγισε ανεξήτηλα τη μορφή, τη δημογραφία και την ταυτότητα του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Αλλά όμως, δεν τελείωσαν όλα τότε... "Πάλι με χρόνους, με καιρούς..." και οι καιροί πιστεύουμε πως ήρθαν...
Πάμε στα γεγονότα τώρα.
Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε το 1922 στη σωστή του διάσταση, δεν αρκεί να σταθούμε στην κατάρρευση του στρατιωτικού μετώπου τον Αύγουστο εκείνης της χρονιάς. Οφείλουμε να εξετάσουμε τις βαθύτερες ρίζες των πραγμάτων, τις πολιτικές αποφάσεις στην Αθήνα, τις ραγδαίες μεταβολές στο διεθνές διπλωματικό πεδίο, τις στρατιωτικές επιλογές και εν τέλει το βαρύ αποτύπωμα που άφησε πίσω της αυτή η συμφορά.
Η έξαρση της Μεγάλης Ιδέας και η απόβαση στη Σμύρνη
Η λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1918 βρήκε την Ελλάδα στο στρατόπεδο των νικητών. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αξιοποιώντας με όντως διπλωματική δεξιοτεχνία τις ισορροπίες στη Σύνοδο Ειρήνης του Παρισιού, πέτυχε αυτό που για σχεδόν έναν αιώνα αποτελούσε το κεντρικό όραμα του ελληνικού κράτους.
Τον Μαΐο του 1919, ελληνικά στρατεύματα υπό τις διαταγές του συνταγματάρχη Νικόλαου Ζαφειρίου αποβιβάστηκαν στη Σμύρνη με συμμαχική εντολή, προκειμένου να επιβάλουν την τάξη και να προστατεύσουν τους πολυπληθείς χριστιανικούς πληθυσμούς από τις αυθαιρεσίες της οθωμανικής διοίκησης και τη δράση ατάκτων ομάδων.
Η διπλωματική αυτή πορεία κορυφώθηκε τον Αύγουστο του 1920 με την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, η οποία παραχωρούσε στην Ελλάδα την Ανατολική Θράκη και τη διοίκηση της περιοχής της Σμύρνης για μία πενταετία, με το δικαίωμα οριστικής ενσωμάτωσης ύστερα από δημοψήφισμα.
Η οθωμανική πραγματικότητα άλλαζε γοργά. Στο εσωτερικό της Ανατολίας, ο Μουσταφά Κεμάλ αμφισβήτησε ανοιχτά την αυθεντία του Σουλτάνου, συσπείρωσε τις τουρκικές εθνικιστικές δυνάμεις, μετέφερε την έδρα του στην Άγκυρα από την Κωνσταντινούπολη και ξεκίνησε συστηματικό ανταρτοπόλεμο, αρνούμενος να αναγνωρίσει τις υπογραφές της ηττημένης οθωμανικής κυβέρνησης.
Ο Εθνικός Διχασμός και οι εκλογές του 1920
Το σημείο καμπής γράφτηκε τον Νοέμβριο του 1920. Οι εκλογές στην Ελλάδα διεξήχθησαν μέσα σε κλίμα οξύτατου Εθνικού Διχασμού και έφεραν την απροσδόκητη ήττα του Ελευθερίου Βενιζέλου, παραδίδοντας την εξουσία στην Ηνωμένη Αντιπολίτευση του Δημητρίου Γούναρη, η οποία με το δημοψήφισμα της 11ης Νοεμβρίου 1920 επανέφερε στον θρόνο τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄.
Η επιστροφή του Κωνσταντίνου, ενός προσώπου εξαιρετικά ανεπιθύμητου στις δυνάμεις της Αντάντ λόγω της ουδετερότητας που είχε τηρήσει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έδωσε στους συμμάχους την αφορμή που αναζητούσαν για να παραμερίσουν τις δεσμεύσεις τους απέναντι στην Ελλάδα.
Η Γαλλία και η Ιταλία, βλέποντας τα δικά τους οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα να εξυπηρετούνται καλύτερα από το νέο τουρκικό καθεστώς, υπέγραψαν σταδιακά μυστικές συμφωνίες με τον Κεμάλ, εκκένωσαν τις δικές τους ζώνες επιρροής στην Κιλικία και την Έφεσο και άρχισαν να προμηθεύουν τον τουρκικό στρατό με πολεμικό υλικό.
Την ίδια στιγμή, η Σοβιετική Ένωση του Λένιν ενίσχυσε γενναιόδωρα οικονομικά και στρατιωτικά το κίνημα του Ατατούρκ. Η Βρετανία, η μόνη δύναμη που διατήρησε μια φιλική στάση προς την ελληνική πλευρά, περιόρισε τη στήριξή της σε ευχολόγια και κενές διαβεβαιώσεις, αποφεύγοντας κάθε ουσιαστική οικονομική ή στρατιωτική συνδρομή.
Η Ελλάδα βρέθηκε να διεξάγει έναν δαπανηρό πόλεμο στη Μικρά Ασία, τελείως απομονωμένη διπλωματικά και διωγμένη από τις διεθνείς αγορές πιστώσεων.
Η στρατιωτική εμπλοκή, η προέλαση στον Σαγγάριο και εν τέλει η κατάρρευση
Παρά τη δραματική μεταβολή του διεθνούς σκηνικού, η νέα πολιτική και στρατιωτική ηγεσία στην Αθήνα αποφάσισε τη συνέχιση των επιχειρήσεων στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας, αν και προεκλογικά διαβεβαίωνε τους Έλληνες, ότι θα σταματούσαν να πολεμούν. Την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1921, ο ελληνικός στρατός προέλασε μέσα στην έρημο της Ανατολίας, κατέλαβε καίρια στρατηγικά αστικά κέντρα όπως το Εσκί Σεχίρ και το Αφιόν Καραχισάρ, και έφτασε μέχρι τις όχθες του ποταμού Σαγγάριου, λίγα μόλις χιλιόμετρα έξω από την Άγκυρα.
Στο Σαγγάριο τον Αύγουστο του 1921 σημειώθηκε μια πολύνεκρη μάχη, η οποιά εξάντλησε τα όρια των επιχειρησιακών δυνατοτήτων του Ελληνικού στρατεύματος. Η αποτυχία κατάληψης της Άγκυρας ανάγκασε τις ελληνικές δυνάμεις σε υποχώρηση και καθηλωση σε μια τεράστια αμυντική γραμμή εκατοντάδων χιλιομέτρων. Η καθήλωση αυτή διήρκεσε έναν ολόκληρο χρόνο, φθείροντας το ηθικό των φαντάρων που βρίσκονταν χρόνια μακριά από τα σπίτια τους και εξαντλώντας ολοκληρωτικά τα οικονομικά του ελληνικού κράτους, το οποίο έφτασε στο σημείο να διχοτομήσει το χαρτονόμισμα για να καλύψει τις ανάγκες του πολέμου.
Η τουρκική αντεπίθεση εκδηλώθηκε με σφοδρότητα τα ξημερώματα της 13ης Αυγούστου 1922 στο Αφιόν Καραχισάρ, υπό την προσωπική διοίκηση του Κεμάλ Ατατούρκ. Η διάσπαση του ελληνικού μετώπου υπήρξε ακαριαία. Τμήματα του στρατού εγκλωβίστηκαν, κυκλώθηκαν και παραδόθηκαν, ενώ άλλες μονάδες υποχώρησαν άτακτα προς τα παράλια του Αιγαίου, μέσα σε πλήρη αποδιοργάνωση.
Η τραγωδία της Σμύρνης
Στις 27 Αυγούστου 1922, τα πρώτα τουρκικά στρατεύματα εισήλθαν στη Σμύρνη. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 31 Αυγούστου, η αρμενική και η ελληνική συνοικία της πόλης παραδόθηκαν στις φλόγες, σπρώχνοντας εκατοντάδες χιλιάδες ανυπεράσπιστους πολίτες στην προκυμαία.
Ο πολιτισμός αιώνων της Ιωνίας καταστράφηκε μέσα σε λίγα 24ωρα.
Οι βιαιότητες που ακολούθησαν, με αμέτρητες σφαγές, λεηλασίες, βιασμούς και την εκτόπιση δεκάδων χιλιάδων ανδρών στα διαβόητα τάγματα εργασίας στην ενδοχώρα, σφράγισαν το - μέχρι στιγμής - τέλος της χριστιανικής παρουσίας στη Μικρά Ασία. Ανάμεσα στα πρώτα θύματα του τουρκικού όχλου υπήρξε και ο μητροπολίτης Χρυσόστομος Σμύρνης, ο οποίος βρήκε μαρτυρικό θάνατο.
Περισσότεροι από 1.200.000 Ρωμιοί Μικρασιάτες και 55.000 Αρμένιοι εγκατέλειψαν τις εστίες τους και έφτασαν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα, αφήνοντας πίσω τους εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς, κατεστραμμένα χωριά και ολόκληρες περιουσίες.
Η τεράστια προσφορά των Ελλήνων της Μικρασίας στην Ελλάδα του 20ού αιώνα
Με τη Μικρασιατική Καταστροφή χάθηκε - προς στιγμήν - το όραμα της Μεγάλης Ιδέας, δηλαδή της πολιτικής του αλυτρωτισμού που καθοδηγούσε τη δράση του ελληνικού κράτους από την ίδρυσή του. Η κατάρρευση του μετώπου προκάλεσε πολιτική αστάθεια στην Αθήνα, με το στρατιωτικό κίνημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1922 υπό τους Πλαστήρα και Γονατά, την παραίτηση του βασιλιά Κωνσταντίνου και τη διεξαγωγή της «Δίκης των Έξι», η οποία κατέληξε στην εκτέλεση έξι ηγετικών πολιτικών και στρατιωτικών στελεχών στο Γουδή. Τον Ιούλιο του 1923, η υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης επικύρωσε την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, διαμορφώνοντας τα οριστικά σύνορα των δύο χωρών.
Η άφιξη του τεράστιου προσφυγικού πληθυσμού σε μια χώρα σχεδόν χρεοκοπημένη προκάλεσε βαθύτατες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές εντάσεις. Οι αυτόχθονες πληθυσμοί υποδέχτηκαν συχνά τους νεοφερμένους με καχυποψία και εχθρότητα. Οι πρόσφυγες, στερημένοι από τα πάντα, ριζοσπαστικοποιήθηκαν πολιτικά και εγκαταστάθηκαν σε παραγκουπόλεις γύρω από τα μεγάλα αστικά κέντρα, αποτελώντας τη βάση της νέας εργατικής τάξης.
Με την πάροδο των δεκαετιών, η ενσωμάτωση των προσφύγων λειτούργησε ως ο ισχυρότερος καταλύτης για την αναγέννηση της χώρας. Οι Μικρασιάτες Ρωμιοί μπολιάσαν την ελληνική οικονομία με την εργατικότητα και την επιχειρηματικότητά τους, αναμόρφωσαν τον αγροτικό τομέα, ενίσχυσαν τη βιομηχανία και ανανέωσαν ριζικά τον ελληνικό πολιτισμό. Η κουζίνα, η μουσική με την εξέλιξη του ρεμπέτικου, η λογοτεχνία της γενιάς του ’30 και οι εικαστικές τέχνες εμπλουτίστηκαν ανεξίτηλα από τη μικρασιατική κληρονομιά...



Σχόλια