Ο κλέφτης που έγινε ηγέτης…
- sergioschrys
- πριν από 11 λεπτά
- διαβάστηκε 7 λεπτά
Ο Μακρυχέρης γεννήθηκε κλέφτης, όπως π.χ. άλλοι γεννιούνται Χριστιανοί

Σε μια (φανταστική) χώρα όπου οι μίζες πέφτουν σαν χαλάζι, και η κυρίαρχη νοοτροπία είναι αυτή του ΟΦΑ (όπου φυσάει ο άνεμος), η ραγδαία άνοδος του Χαμερπή Μακρυχέρη (φανταστικός χαρακτήρας) στην πρωθυπουργία δεν εξέπληξε κανέναν, εκτός ίσως από όσους δεν πίστευαν ότι κάτι τέτοιο μπορεί ποτέ να γίνει τόσο φανερά.
Ο Μακρυχέρης γεννήθηκε κλέφτης, όπως π.χ. άλλοι γεννιούνται Χριστιανοί.
Οι γονείς του ήταν θρύλοι του υπόκοσμου, που δεν έκλεβαν από ανάγκη αλλά από πεποίθηση. «Η κλοπή είναι τέχνη», έλεγαν…
Κατά την άποψη του μπαμπά του μάλιστα, ο πλούτος θα έπρεπε να αναδιανέμεται, κυρίως προς τον ίδιο…
Από μικρό παιδί λοιπόν ο Μακρυχέρης μεγάλωσε μαθαίνοντας την τέχνη της κλοπής και της απάτης. Και ήταν καλός σε αυτό. Άνοιγε κλειδαριές πριν μάθει να διαβάζει, και κορόιδευε γέροντες παίρνοντάς τους ό,τι είχαν πάνω τους. Με τους γονείς του περήφανους για το ιδιαίτερο ταλέντο του μονάκριβού τους…
Όμως ο Μακρυχέρης είχε και κάτι άλλο, που οι γονείς του δεν είχαν. Είχε φιλοδοξία!
Ως έφηβος άρχισε να αναρωτιέται γιατί οι δικοί του να ρισκάρουν τη σύλληψη, ή και τη φυλάκιση για ψίχουλα, την ώρα που άλλοι πιο επιτήδειοι έκλεβαν μέρα μεσημέρι ως πολιτικοί τα δημόσια ταμεία, με την αστυνομία να τους συνοδεύει και να τους προστατεύει, και με τον λαό να τους χειροκροτεί.
Άνθρωποι δηλαδή, που δήλωναν υπηρέτες του λαού, μισθωτοί παρακαλώ, που ζούσαν όμως σε πολυτελείς βίλες, και έστελναν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία, και σε πανάκριβα πανεπιστήμια της Αμερικής.
Παρατήρησε επίσης το πώς δουλεύει η οικονομία σε ένα τέτοιο σαθρό καθεστώς παρασιτικού καπιταλισμού με την επίφαση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αρκεί να είσαι πολιτικός.
Αναθέσεις έργων σε κολλητούς υπουργών, τα οποία ποτέ δεν ολοκληρώνονταν, άσχετα αν τελικά κόστιζαν ακόμη και είκοσι φορές περισσότερο απ’ ό,τι αν φτιάχνονταν στην… Ιαπωνία, κ.ο.κ.
Έτσι, στα 18 του περίπου αντιλήφθηκε τη μεγάλη αλήθεια, η οποία τον σημάδεψε για πάντα. Κατάλαβε δηλαδή πως στη συγκεκριμένη χώρα, τη Σομαλία του Βορρά, όπως την αποκαλούσε, οι πραγματικοί κλέφτες δεν φοράνε μάσκες και κουκούλες, αλλά ακριβά κοστούμια με σινιέ γραβάτες.
Έτσι, αποφάσισε να σοβαρευτεί, και γράφτηκε (για να ζυμωθεί) σε κόμμα της «αριστερής» αντιπολίτευσης. Ο λόγος ήταν να αποκτήσει κονέ και τεχνογνωσία, ειδικά στο πώς να μπει στο πανεπιστήμιο και να πάρει πτυχίο χωρίς ποτέ να πατάει σε αυτό.
Καλύτερα αφισοκολλητής έλεγε, παρά να διαβάζω από το πρωί μέχρι το βράδυ.
Και τα κατάφερε. Μετά από 5 μόλις χρόνια, στα οποία δεν άνοιξε βιβλίο, κατάφερε μέσα από τις κομματικές γνωριμίες και ζυμώσεις, να γίνει εξπέρ σε θέματα πολιτικής καπατσοσύνης, και ολίγον τι δημόσιας διοίκησης, και με λίγο σπρώξιμο (από το κόμμα) να πάρει και πτυχίο!
Τότε ήταν που κατάλαβε πως η διαφθορά, σε αντίθεση με τις ληστείες και τις διαρρήξεις, δεν χρειάζεται να γίνεται στα κρυφά, ούτε στα σκοτάδια. Το μόνο που χρειάζεται για να πετύχει είναι οι συμμαχίες και οι γνωριμίες. Κυρίως οι πολιτικές.
Με το που πήρε το πτυχίο του λοιπόν, ξεγράφτηκε από το κόμμα, και άρχισε τις δημόσιες σχέσεις με υπουργούς, βουλευτές, πολιτευτές, και γενικά με όποιον είχε κάποια έστω αμυδρή σχέση με την εξουσία. Ακόμη και δημοσιογράφους πλησίασε, πουλώντας εκδουλεύσεις.
Μια χάρη εδώ, ένα ρουσφέτι εκεί, και μια διακριτική μίζα λίγο παραπέρα.
Με τον καιρό έγινε όχι μόνο καλός στη δουλειά του, σύμβουλος δήλωνε, αλλά και απαραίτητος.
Στα 30 κάτι του είχε καταφέρει να κτίσει ένα ολόκληρο και δαιδαλώδες δίκτυο εξυπηρετήσεων. Με διάφορους μεγαλόσχημους να τον αποκαλούν φίλο τους, και να τον καλούν ακόμη και στο σπίτι τους για ένα ποτάκι…
Έτσι άνοιξε ο δρόμος για να μπει και αυτός στην πολιτική.
Αυτοπαρουσιαζόμενος μάλιστα ως «μεταρρυθμιστής».
Έβγαζε πύρινους λόγους ελεγχόμενης οργής, καταδικάζοντας την πολιτική και οικονομική διαφθορά, την οποία όμως υπηρετούσε με ζήλο.
Μιλούσε για διαφάνεια, την ώρα που ήταν μπλεγμένος σε χίλιες δυο υποθέσεις παράνομων επιδομάτων, μαϊμού δανείων, κλπ.
Υπόσχονταν λογοδοσία, την ώρα που έκρυβε στοιχεία, και εκβίαζε τους πάντες.
Και ο λαός; Ο πάντα σοφός λαός τον λάτρευε. Έβλεπε στο πρόσωπό του έναν Αρχάγγελο της πολυπόθητης κάθαρσης, που με τη ρομφαία του θα καθάριζε την κόπρο της διαβλητής πολιτικής σκηνής…
Ένας λαός που κουρασμένος από δεκαετίες ψεύτικων υποσχέσεων, από πολιτικάντηδες λαμόγια, από σκάνδαλα που διαδέχονταν το ένα το άλλο, έψαχνε πώς και πώς έναν νέο αυτοδημιούργητο, και πάνω απ’ όλα άφθαρτο, και έντιμο ηγέτη. Και τον βρήκε στο πρόσωπο του… Μακρυχέρη!
Οι γονείς του ήταν τώρα ακόμη πιο περήφανοι. «Κλέβεις και σε χειροκροτούν» του έλεγε η μάνα του, ενώ ο μπαμπάς του συγκινημένος, όταν τον έβλεπε στην τηλεόραση να ξεδιπλώνει το όραμά του για «πολιτική εντιμότητα παντού», δάκρυζε και μονολογούσε «αυτός είναι ο μονάκριβός μου…».
Και με όλα αυτά τα προσόντα, όλη αυτή την τεχνογνωσία, με τον Μακρυχέρη να ξέρει πλέον πολύ καλά πως η πολιτική αφοσίωση όχι μόνο εξαγοράζεται, αλλά νοικιάζεται κιόλας, εξελέγη παμψηφεί!
Και όχι μόνο χάρη στην άδολη αγάπη του λαού, αλλά και χάρη σε κάτι «χάρες» εδώ κι εκεί, σε κάτι χρωστούμενα από δημόσιους λειτουργούς (εφοριακούς, αστυνομικούς, δικαστικούς, κλπ.) που φρόντισε να έχει στο τσεπάκι του, και τέλος σε κάτι ξαφνικούς ελέγχους, ή απαγγελίες κατηγοριών σε πολιτικούς του αντιπάλους. Έλεγχοι και διώξεις που όμως ποτέ δεν ολοκληρώθηκαν… πλην όμως έδωσαν το προβάδισμα στον Μακρυχέρη να γίνει κι αυτός εθνοπατέρας.
«Σάμπως οι τραγουδιάρες και οι ποδοσφαιριστές καλύτεροι είναι;» έλεγε από μέσα του ο Μακρυχέρης.
Με τα πολλά, σε λίγα χρόνια, στα 50 του, ο Μακρυχέρης έγινε και πρωθυπουργός! Και μάλιστα με μεγάλο ποσοστό τσακίζοντας τους αντίπαλους του δίχως να μπορεί να πιστέψει ότι θα ξεζουμίσει τη χώρα χωρίς την παραμικρή αντίσταση.
Οι κάμερες τον κυνηγούσαν, οι δημοσιογράφοι τον έγλειφαν (χάρη σε κάτι δωράκια-λίστες), και ο λαός (να το ξαναπούμε) τον λάτρευε.
Η διαφορά μεταξύ ενός πολιτικού και ενός διαρρήκτη, σκέφτονταν, είναι απλά θέμα κλίμακας.
Και τώρα που είχε στα χέρια του κοτζάμ εθνικό προϋπολογισμό, «οι ουρανοί είναι δικοί μου» έλεγε (από μέσα του πάντα).
Γι’ αυτό και υπό την πρωθυπουργία του η διαφθορά συστηματοποιήθηκε.
Τα μεγάλα έργα, οι απ’ ευθείας αναθέσεις, και όλα εκείνα που σου αποδίδουν μίζα, διανέμονταν πλέον στρατηγικά, και όχι άναρχα.
Οι γλείφτες και οι σύμμαχοι ανταμείβονταν, και όσοι τον πολεμούσαν κυνηγιόντουσαν.
ΜΜΕ που τολμούσαν να κάνουν αντιπολίτευση ξαφνικά έμεναν χωρίς κρατική αλλά και ιδιωτική διαφήμιση (μόνο αυτός το κατάφερε), ενώ εκείνα που εξυμνούσαν το μεταρρυθμιστικό του έργο, έπαιρναν όχι μόνο διαφημίσεις, αλλά και έκτακτες ενισχύσεις…
Οι δήθεν ανεξάρτητες αρχές, που θα μείωναν τον δημόσιο τομέα, γεμάτες με μετακλητούς υπαλλήλους (που πληρώνονται από τον δημόσιο κορβανά) ήταν ιδιαίτερα αυστηρές όταν ασχολούνταν με πολιτικούς αντιπάλους, και όλως χαλαρές όταν ήταν να ελεγχθούν φίλοι κρατικοδίατοι επιχειρηματίες, κ.ά.
Και όμως, ο λαός τυφλός απέναντι σε αυτά που γίνονταν, εξακολουθούσε να λατρεύει τον Μακρυχέρη. «Νέο Τζένγκις Χαν», τον αποκαλούσαν κάποιοι, ουκ ολίγοι ευνοημένοι και μη.
Με τον Μακρυχέρη να φροντίζει τεχνηέντως να μοιράζει και λίγα ψίχουλα προς τα κάτω, υπό μορφή επιδομάτων επί παντός επιστητού.
Και να κάνει μεγάλα έργα, όπως ανακαινίσεις νοσοκομείων, νέα μετρό, τηλεδιοικήσεις σιδηροδρόμων, ραντάρ αεροδρομίων, και άλλα τέτοια πολλά τα οποία βοηθούσαν όχι μόνο τους πολίτες, όχι μόνο τους φίλους εργολάβους, αλλά και όλους εκείνους τους κολλητούς του πολιτικούς φίλους, που με πρώτο τον Μακρυχέρη έβλεπαν τις καταθέσεις τους σε φορολογικούς παραδείσους να αυγατίζουν.
«Είμαι ο μοναδικός πραγματικός φίλος του λαού», έλεγε μεταξύ σοβαρού και αστείου «ένας μεταμοντέρνος Ροβεσπιέρος»…
Οι γονείς του, απόμαχοι της ζωής και του «μεροκάματου» πλέον, ζούσαν ήσυχα και πολυτελώς σε μια βίλα ενός νησιού, χωρίς να χρειάζεται να σπάνε κλειδαριές, και να κλέβουν γιαγιάδες.
Ο γιος τους ήταν πια ο μεγάλος «Κλειδοφύλακας», που κρατούσε στα χέρια του το κλειδί του μεγαλύτερου χρηματοκιβωτίου: Του εθνικού κουμπαρά!
Και υπήρχαν νύχτες που ο Μακρυχέρης, αφότου τσέκαρε επί ώρες τους διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς του, και τις επενδύσεις του, δεν τον έπιανε ύπνος, αναλογιζόμενος την όλη ειρωνεία της ζωής.
Ότι δηλαδή οι γονείς του ρίσκαραν τα πάντα για δυο τρία ρολόγια, και ίσως κανένα κολιέ, ενώ αυτός δεν ρίσκαρε τίποτα, και είχε δισεκατομμύρια!
Ότι οι γονείς του φοβόνταν την αστυνομία, ενώ ο ίδιος διόριζε τον υπουργό Δημόσιας Τάξης!
Όμως η εξουσία, και δη η απόλυτη, όπως και η κλοπή, έχει τις συνέπειές της.
Κάποια ραγίσματα δεν άργησαν να φανούν πάνω στο σαθρό οικοδόμημα που είχε κτίσει.
Κάποιοι ξένοι επενδυτές άρχισαν να είναι πιο υποψιασμένοι.
Κάποιοι μελανιασμένοι πολίτες, που δεν έβλεπαν φως άρχισαν να γκρινιάζουν.
Μια νέα γενιά, με λιγότερη υπομονή, και σαφώς πιο ενημερωμένη και «δικτυωμένη» άρχισε να βάζει ενοχλητικά ερωτήματα.
Κάποιοι δημοσιογράφοι, που ήταν χρόνια στην απ’ έξω, άρχισαν να ψάχνουν, και το κυριότερο να βρίσκουν διαρροές και ντοκουμέντα για το εν εξελίξει πάρτι των ημετέρων.
Στοιχεία έβγαιναν στο φως για περίεργες εμπορικές συναλλαγές, και για περίεργες αλληλένδετες, κυρίως εξωχώριες εταιρίες, με αμφίβολα αντικείμενα, που άγγιζαν στενούς συνεργάτες του «μεταρρυθμιστή» και πάνω απ’ όλα έντιμου πρωθυπουργού.
Ο οποίος αντέδρασε όπως ήξερε καλύτερα. Σφίγγοντας κι άλλο τα λουριά, και αυξάνοντας τις διώξεις σε όσους τον κακολογούσαν.
Φέρνοντας νομοσχέδια, όχι μόνο υπέρ των φίλων του εργολάβων, αλλά κατά της ελευθερίας του λόγου, και της σκληρής κριτικής.
Και όλα αυτά στο όνομα της εθνικής ασφάλειας.
«Ή εγώ, ή το χάος» έγινε το σύνθημά του, με τους επαγγελματίες κλακαδόρους του να το επαναλαμβάνουν παντού, κατηγορώντας κάθε πολιτικό, και όχι μόνο, αντίπαλο ως σαμποτέρ της προόδου.
Όλα αυτά όμως χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.
Ο λαός είχε κουραστεί. Δεν οργίζονταν πια από την εκτεταμένη διαφθορά, αλλά είχε εξαντληθεί από αυτήν.
Το «ας κλέβουν αυτοί, τουλάχιστον να μας δίνουν κι εμάς κάτι» δεν αρκούσε πια. Ο Μακρυχέρης έπρεπε να φύγει. Έστω ζάπλουτος, αλλά να φύγει…
Σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις σε φιλικό κανάλι, ο Χαμερπής Μακρυχέρης μίλησε για την ανάγκη σταθερότητας, και για την πρόοδο που είχε φέρει. Επανέλαβε τα περί χάους, αν φύγει από την πρωθυπουργία. Ζήτησε από τους πολίτες να εκτιμήσουν όλα όσα έκανε για αυτούς.
Όμως δεν είχε ζέση, και τα λόγια του δεν είχαν πάθος.
Ήταν πια τόσο χορτάτος, που είχε χάσει την πειθώ του.
Μάλιστα, βλέποντάς τον από τη βίλα τους στο νησί, οι γονείς του ανησύχησαν. «Δεν είναι πια ο ίδιος», είπε ο μπαμπάς του, «τώρα κλέβει με τα λόγια…».
«Κι αφήνει παντού δακτυλικά αποτυπώματα» συμπλήρωσε η μαμά του, απογοητευμένη.
Το αν τελικά έπεσε ο Μακρυχέρης τόσο δραματικά όσο αναδύθηκε, μας είναι άγνωστο.
Σε μια χώρα όπου η πολιτική λογοδοσία δεν υπάρχει ως έννοια, κανείς δεν ξέρει τι μέλλει γενέσθαι με τους Μακρυχέρηδες. Το πιο πιθανό είναι να ζήσουν μέχρι τα βαθιά γεράματα ως «μπρούκληδες», άσχετα αν ο καθείς μας ξέρει πόσα έφαγαν στις πλάτες μας.
Ο Μακρυχέρης όμως θα μείνει στην ιστορία. Όχι γιατί ήταν ο μόνος που έκλεβε τα δημόσια ταμεία, ούτε επειδή αποδείχτηκε ο μαέστρος της μίζας, αλλά επειδή όλα όσα έκλεψε τα έκλεψε στα φανερά, και μέρα μεσημέρι.
Έκανε την τέχνη της κλοπής τέχνη της πολιτικής, και «θεσμοθέτησε» τη διαφθορά.
Καταφέρνοντας κάτι μοναδικό: Να αποδείξει ότι καλός και πετυχημένος κλέφτης δεν είναι αυτός που κλέβει τα περισσότερα, αλλά αυτός που πείθει τους πάντες ότι δεν εκλάπη τίποτα… και να επανεκλέγεται ως μονοκράτορας για να ξανακλέψει αυτή τη φορά ανεμπόδιστα.
Δοξάστε τον!







Σχόλια