Ο τουρκικός μεγαλοϊδεατισμός απειλεί Ισραήλ - Eλλάδα με... «θανατηφόρες εκπλήξεις»!
- sergioschrys
- πριν από 22 λεπτά
- διαβάστηκε 9 λεπτά
Τα χουν χαμένα οι Τούρκοι και με σπασμωδικές κινήσεις προκαλούν το Ισραήλ και την Ελλαδα, αγνοώντας πλήρως τις ΗΠΑ! Το τσιράκι του Ερτνογάν, ο Ιμπραήμ Καραγκιούλ, επιτίθεται με βρώμικο τρόπο εναντίον της Ελλάδας επειδή...έχει συνάψει συμμαχία με τους Εβραίους!

Η Άγκυρα κανονικοποιεί πλέον ανοιχτά την ιδέα ενός πολέμου με το Τελ Αβίβ – Η Συρία, η Κύπρος και η Ελλάδα στο κέντρο μιας εξαιρετικά επικίνδυνης γεωπολιτικής αναμέτρησης
Η πολεμική ρητορική της Τουρκίας απέναντι στο Ισραήλ δεν περιορίζεται πλέον στις γνωστές θεατρικές εξάρσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Έχει αρχίσει να διαχέεται συστηματικά στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης, να αποκτά στρατιωτικό περιεχόμενο και να προετοιμάζει την τουρκική κοινωνία για την ιδέα ότι μια απευθείας αναμέτρηση με το Τελ Αβίβ δεν αποτελεί πλέον αδιανόητο σενάριο.
Σε αυτό ακριβώς το κλίμα εντάσσεται η νέα, ιδιαιτέρως επιθετική παρέμβαση του Τούρκου δημοσιογράφου και αναλυτή Ιμπραήμ Καραγκιούλ, ο οποίος επιχείρησε να παρουσιάσει έναν πιθανό πόλεμο Τουρκίας–Ισραήλ ως μια σύγκρουση εντελώς διαφορετική από οτιδήποτε έχει αντιμετωπίσει μέχρι σήμερα το εβραϊκό κράτος.
Ο αρχισυντάκτης του TRHaber υποστήριξε ότι το Ισραήλ δεν διαθέτει ιστορική ή επιχειρησιακή εμπειρία από έναν ανοικτό πόλεμο με την Τουρκία και προειδοποίησε, με μια φράση που μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι η ισραηλινή ηγεσία ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με «θανατηφόρες εκπλήξεις».
Η τοποθέτησή του δεν αποτελεί επίσημη ανακοίνωση της τουρκικής κυβέρνησης ή του τουρκικού Γενικού Επιτελείου. Θα ήταν, όμως, εξίσου λανθασμένο να αντιμετωπιστεί σαν μια απομονωμένη δημοσιογραφική υπερβολή. Ο Καραγκιούλ εκφράζει έναν υπαρκτό πολιτικό και ιδεολογικό χώρο στην Τουρκία, στενά συνδεδεμένο με το δόγμα της «Μεγάλης και Ανεξάρτητης Τουρκίας», το οποίο καλλιεργεί επί χρόνια το ερντογανικό καθεστώς.
Δεν μας αποκαλύπτει κατ’ ανάγκην τι έχει αποφασίσει η Άγκυρα. Μας δείχνει, όμως, τι θέλει να αρχίσει να πιστεύει η τουρκική κοινωνία.
«Μπορείτε να προβλέψετε τις θανατηφόρες εκπλήξεις;»
Ο Καραγκιούλ ανοίγει την παρέμβασή του με μια ευθεία πρόκληση προς το Ισραήλ:
«Μπορείτε να προβλέψετε τις θανατηφόρες εκπλήξεις;»
Και συνεχίζει, υποστηρίζοντας ότι «καμία από τις συνηθισμένες τακτικές του Ισραήλ δεν θα λειτουργήσει στην Τουρκία».
Το βασικό του επιχείρημα είναι ότι η ισραηλινή πολεμική εμπειρία έχει διαμορφωθεί μέσα από συγκρούσεις με αραβικά κράτη, το Ιράν και οργανώσεις όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ. Κατά τον ίδιο, το Ισραήλ ουδέποτε αντιμετώπισε σε ανοικτό πόλεμο μια στρατιωτική δύναμη με τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης Τουρκίας.
«Δεν έχετε απολύτως καμία εμπειρία από την Τουρκία, ως κράτος και ως στρατό, να εισέρχεται σε ανοικτό πόλεμο», γράφει. Και προσθέτει ότι όλες οι ισραηλινές αντιλήψεις και τα επιχειρησιακά πρότυπα έχουν διαμορφωθεί με βάση τους Άραβες και τους Ιρανούς.
Με άλλα λόγια, το μήνυμα του Καραγκιούλ προς το Τελ Αβίβ είναι σαφές: μη μας συγχέετε με τους προηγούμενους αντιπάλους σας, μη θεωρείτε ότι γνωρίζετε πώς θα πολεμήσουμε και μη φαντάζεστε ότι όσα λειτούργησαν αλλού θα λειτουργήσουν και εναντίον μας.
Πρόκειται για κλασική επιχείρηση ψυχολογικού πολέμου. Πίσω όμως από την κομπορρημοσύνη κρύβεται ένα πραγματικό και εξαιρετικά επικίνδυνο στρατηγικό ερώτημα: πώς θα εξελισσόταν μια αναμέτρηση ανάμεσα σε δύο από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της Ανατολικής Μεσογείου;
Η Τουρκία δεν είναι Χαμάς – αλλά ούτε το Ισραήλ είναι εύκολος αντίπαλος
Ο Καραγκιούλ έχει δίκιο σε ένα πράγμα: η Τουρκία δεν είναι μια ένοπλη οργάνωση, ούτε ένα απομονωμένο αραβικό κράτος με απαρχαιωμένες δομές διοίκησης.
Διαθέτει πολυάριθμες χερσαίες δυνάμεις, μεγάλη Πολεμική Αεροπορία, ισχυρό Ναυτικό, πυραυλικά συστήματα, προηγμένες δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου, εκτεταμένο στόλο μη επανδρωμένων αεροσκαφών και μια αμυντική βιομηχανία που έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο. Διαθέτει επίσης μεγάλο πληθυσμό, σημαντικό στρατηγικό βάθος και την ιδιότητα του κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ.
Όλα αυτά καθιστούν την Τουρκία έναν σαφώς διαφορετικό αντίπαλο από εκείνους που αντιμετώπισε το Ισραήλ στη Γάζα, στον Λίβανο ή σε περιορισμένες επιχειρήσεις στη Συρία.
Εδώ, όμως, τελειώνει η σοβαρή ανάλυση και αρχίζει η οθωμανική αλαζονεία.
Διότι το Ισραήλ δεν είναι ούτε άοπλο ούτε ανυποψίαστο. Διαθέτει τεράστια επιχειρησιακή εμπειρία, αεροσκάφη F-35I, προηγμένα όπλα μακρού πλήγματος, ισχυρές υπηρεσίες πληροφοριών, εξελιγμένες δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου και κυβερνοεπιχειρήσεων, καθώς και ένα από τα πληρέστερα συστήματα πολυεπίπεδης αντιπυραυλικής άμυνας στον κόσμο.
Κυρίως, διαθέτει τη στενή στρατηγική υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών και μια αποτρεπτική ισχύ που η Τουρκία θα ήταν εγκληματικά επιπόλαιο να υποτιμήσει.
Η διακήρυξη, επομένως, ότι «καμία ισραηλινή τακτική δεν θα λειτουργήσει» δεν αποτελεί τεκμηριωμένο στρατιωτικό συμπέρασμα. Είναι πολιτική υπερβολή, προπαγανδιστική απειλή και απόπειρα να καλλιεργηθεί η ψευδαίσθηση ότι η Τουρκία μπορεί να επιβάλει τη θέλησή της σε οποιονδήποτε αντίπαλο.
Η Ιστορία, όμως, είναι γεμάτη από αυτοκρατορικές ηγεσίες που μέθυσαν από την ίδια τους την προπαγάνδα και ξύπνησαν μέσα στα ερείπια των φιλοδοξιών τους.
Η τουρκική πολεμική βιομηχανία ως εργαλείο εθνικιστικής μέθης
Η ολοένα πιο επιθετική τουρκική ρητορική δεν εμφανίστηκε στο κενό. Τροφοδοτείται από την ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, την οποία το καθεστώς Ερντογάν έχει αναγάγει σε κεντρικό πυλώνα του νεοοθωμανικού του αφηγήματος.
Τα Bayraktar TB2, τα Akıncı και Kızılelma, οι πύραυλοι TAYFUN, SOM και ATMACA, τα νέα ραντάρ, τα ηλεκτρονικά συστήματα, τα αντιαεροπορικά όπλα και τα πολεμικά πλοία προβάλλονται όχι απλώς ως μέσα εθνικής άμυνας, αλλά ως σύμβολα μιας Τουρκίας που υποτίθεται ότι έχει απαλλαγεί από κάθε εξάρτηση και μπορεί πλέον να επιβάλλει τη θέλησή της στην ευρύτερη περιοχή.
Η πραγματικότητα είναι ασφαλώς πιο σύνθετη. Η τουρκική πολεμική μηχανή εξακολουθεί να εξαρτάται σε κρίσιμους τομείς από δυτικές τεχνολογίες, κινητήρες, εξαρτήματα και συνεργασίες. Αυτό, όμως, αποσιωπάται επιμελώς από την ερντογανική προπαγάνδα.
Ο τουρκικός λαός πρέπει να πιστεύει ότι η χώρα του έγινε υπερδύναμη. Ότι μπορεί να αμφισβητεί ταυτόχρονα την Ελλάδα, την Κύπρο, το Ισραήλ, τη Συρία και οποιονδήποτε άλλον παρεμβάλλεται στον δρόμο της. Ότι η στρατιωτική ισχύς έχει μετατρέψει κάθε μεγαλοϊδεατική φαντασίωση σε εφικτό γεωπολιτικό σχέδιο.
Ο Καραγκιούλ δεν κάνει τίποτε διαφορετικό. Παίρνει τις υπαρκτές προόδους της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας και τις μετατρέπει σε μύθο στρατιωτικής παντοδυναμίας.
Η Συρία είναι το σημείο όπου μπορεί να ανάψει η φωτιά
Ένας πόλεμος Τουρκίας–Ισραήλ δεν είναι πιθανό να αρχίσει με μαζικές επιθέσεις από την Άγκυρα προς το Τελ Αβίβ. Το πλέον επικίνδυνο σημείο τριβής βρίσκεται στη Συρία, όπου οι στρατηγικές επιδιώξεις των δύο κρατών πλησιάζουν επικίνδυνα η μία την άλλη.
Η Τουρκία επιδιώκει να εδραιώσει στρατιωτική και πολιτική επιρροή στη μεταπολεμική Συρία, να εκπαιδεύσει και να εξοπλίσει συριακές δυνάμεις, να αποκτήσει πρόσβαση σε κρίσιμες εγκαταστάσεις και να μετατρέψει το συριακό έδαφος σε προέκταση της δικής της περιφερειακής ισχύος.
Το Ισραήλ, αντιθέτως, απαιτεί να διατηρήσει την ελευθερία στρατιωτικής δράσης στη Συρία και να εμποδίσει την εγκατάσταση προηγμένων οπλικών συστημάτων ή αντιαεροπορικών υποδομών που θα μπορούσαν να περιορίσουν τις επιχειρήσεις του.
Οι δύο στρατηγικές είναι εκ φύσεως ανταγωνιστικές.
Το Ισραήλ δεν πρόκειται εύκολα να αποδεχθεί μια Συρία που θα λειτουργεί ως στρατιωτικό προγεφύρωμα της Τουρκίας. Και η Άγκυρα δεν πρόκειται εύκολα να εγκαταλείψει την ευκαιρία να μετατρέψει τη χώρα σε ζώνη δικής της επιρροής.
Δεν χρειάζεται, επομένως, να αποφασίσει κάποιος εκ των προτέρων έναν γενικευμένο πόλεμο. Αρκεί ένα ισραηλινό πλήγμα κοντά σε τουρκικό προσωπικό, μια λανθασμένη πληροφορία, μια επιχείρηση εναντίον εγκατάστασης που η Άγκυρα θεωρεί δική της ή ένας πύραυλος που θα βρει διαφορετικό στόχο από εκείνον που είχε σχεδιαστεί.
Μερικά λεπτά αρκούν για να μετατρέψουν μια ελεγχόμενη κρίση σε αλυσιδωτή στρατιωτική κλιμάκωση.
Το Αμπού αλ Ντουχούρ αποκάλυψε πόσο στενεύουν τα περιθώρια
Οι εξελίξεις γύρω από συριακές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, όπως το Αμπού αλ Ντουχούρ, έδειξαν πόσο κοντά μπορούν να βρεθούν οι δύο δυνάμεις στο ίδιο πεδίο.
Οι ισραηλινές επιδρομές προκάλεσαν έντονη αντίδραση στην Τουρκία, ενώ κυκλοφόρησαν διαφορετικές και συχνά αντικρουόμενες πληροφορίες για το εύρος της τουρκικής παρουσίας και τα σχέδια αξιοποίησης συριακών βάσεων.
Εδώ βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος. Όχι σε μια προαναγγελθείσα κήρυξη πολέμου, αλλά στη σταδιακή συσσώρευση στρατιωτικών δυνάμεων, αντικρουόμενων συμφερόντων και κόκκινων γραμμών που καμία πλευρά δεν έχει αποσαφηνίσει πλήρως.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η πολεμική ρητορική του Καραγκιούλ παύει να είναι απλώς ένα δημοσιογραφικό θέαμα. Δημιουργεί πολιτικές δεσμεύσεις, φανατίζει την κοινή γνώμη και περιορίζει τα περιθώρια υποχώρησης της ίδιας της τουρκικής ηγεσίας.
Όταν έχεις πείσει επί χρόνια τον λαό σου ότι είσαι η ακατανίκητη περιφερειακή δύναμη, κάθε συμβιβασμός κινδυνεύει να ερμηνευθεί ως ταπείνωση.
Τι κρύβεται πίσω από τις «θανατηφόρες εκπλήξεις»;
Ο Καραγκιούλ δεν εξηγεί τι εννοεί με τη συγκεκριμένη φράση. Δεν κατονομάζει κάποιο όπλο, δεν παρουσιάζει επιχειρησιακό σχέδιο και δεν επικαλείται επίσημη στρατιωτική πληροφορία.
Δεν υπάρχει, επομένως, καμία βάση για να θεωρηθεί ότι αποκάλυψε κάποιο μυστικό τουρκικό σχέδιο πολέμου.
Η φράση λειτουργεί πρωτίστως ως εργαλείο ψυχολογικής αποτροπής. Το μήνυμα είναι απλό: «Δεν γνωρίζετε όλες τις δυνατότητές μας και δεν μπορείτε να προβλέψετε τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδράσουμε».
Ταυτοχρόνως, όμως, λειτουργεί και προς το εσωτερικό της Τουρκίας. Λέει στον τουρκικό λαό ότι η χώρα δεν φοβάται το Ισραήλ, ότι δεν μοιάζει με τους άλλους αντιπάλους του και ότι διαθέτει άγνωστα μέσα ικανά να ανατρέψουν τους ισραηλινούς σχεδιασμούς.
Είναι το γνώριμο αφήγημα της ατρόμητης Τουρκίας, που δεν λογοδοτεί σε κανέναν και δεν υποχωρεί μπροστά σε καμία δύναμη.
Μόνο που οι πόλεμοι δεν κερδίζονται με τηλεοπτικές κορώνες, χειροκροτήματα και αυτοκρατορικές φαντασιώσεις.
Ο πόλεμος θα ήταν πολυδιάστατος και ανεξέλεγκτος
Τουρκία και Ισραήλ δεν διαθέτουν κοινά σύνορα. Ανάμεσά τους παρεμβάλλονται η Συρία και η Ανατολική Μεσόγειος. Μια ανοικτή αναμέτρηση θα απαιτούσε επιχειρήσεις μεγάλης ακτίνας και θα περιλάμβανε αεροπορικά και πυραυλικά πλήγματα, ναυτικές επιχειρήσεις, ηλεκτρονικό πόλεμο, κυβερνοεπιθέσεις, δολιοφθορές και ανταγωνισμό μέσω τρίτων κρατών ή ενόπλων οργανώσεων.
Θα επρόκειτο για έναν πόλεμο χωρίς καθαρό και περιορισμένο μέτωπο. Οι επιπτώσεις του θα εξαπλώνονταν στη Συρία, στην Κύπρο, στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο και πιθανότατα σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Η ιδιότητα της Τουρκίας ως μέλους του ΝΑΤΟ θα δημιουργούσε ακόμη μεγαλύτερες περιπλοκές. Το άρθρο 5 της Συμμαχίας δεν αποτελεί αυτόματο συγχωροχάρτι για ένα κράτος που εμπλέκεται με δική του πρωτοβουλία σε επιθετικό πόλεμο. Η Άγκυρα, επομένως, δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι θα μπορούσε να προκαλέσει μια σύγκρουση και κατόπιν να κρυφτεί πίσω από τη νατοϊκή ομπρέλα.
Από την άλλη πλευρά, η σχέση του Ισραήλ με τις ΗΠΑ θα καθιστούσε οποιαδήποτε τουρκική επίθεση εξαιρετικά επικίνδυνη. Μια σύγκρουση των δύο χωρών θα μπορούσε γρήγορα να πάψει να είναι διμερής και να αποκτήσει διεθνείς διαστάσεις.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόσωπο των «θανατηφόρων εκπλήξεων» που εκτοξεύονται τόσο εύκολα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: ένας πόλεμος χωρίς βέβαιο νικητή, αλλά με εκατομμύρια πιθανούς ηττημένους.
Η Κύπρος εισέρχεται αναπόφευκτα στη μεγάλη εξίσωση
Κάθε επιδείνωση των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων αυξάνει αυτομάτως τη στρατηγική σημασία της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η Κύπρος βρίσκεται ανάμεσα στους δύο γεωπολιτικούς χώρους και ενισχύει σταθερά τις σχέσεις της με το Ισραήλ στην άμυνα, στην ασφάλεια, στην ενέργεια, στις επενδύσεις και στην περιφερειακή συνεργασία.
Για την Άγκυρα, η προσέγγιση Κύπρου–Ισραήλ δεν αντιμετωπίζεται ως μια ουδέτερη διπλωματική εξέλιξη. Εντάσσεται στη μεγαλύτερη εικόνα ενός περιφερειακού συσχετισμού που περιορίζει τις τουρκικές φιλοδοξίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το ελληνικό ενδιαφέρον. Η ελεύθερη Κυπριακή Δημοκρατία δεν αποτελεί απλώς ένα μικρό κράτος που βρίσκεται τυχαία πάνω στον γεωγραφικό χάρτη. Αποτελεί κομβικό χώρο ανάμεσα στην Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και στις ενεργειακές διαδρομές της Ανατολικής Μεσογείου.
Αυτό το γνωρίζει το Ισραήλ. Το γνωρίζει η Τουρκία. Μόνον η Αθήνα συμπεριφέρεται ορισμένες φορές σαν να μην έχει αντιληφθεί ακόμη το βάρος του ελληνικού και κυπριακού γεωπολιτικού χώρου.
Η Ελλάδα γίνεται αναντικατάστατη για το Ισραήλ
Όσο οι σχέσεις Ισραήλ–Τουρκίας επιδεινώνονται, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν για το Τελ Αβίβ η Κρήτη, η Σούδα, ο ελληνικός εναέριος χώρος, οι κοινές ασκήσεις, η ανταλλαγή τεχνογνωσίας και ο στρατηγικός άξονας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ.
Η Ελλάδα προσφέρει στο Ισραήλ γεωγραφικό βάθος, πρόσβαση προς την Ευρώπη, δυνατότητες εκπαίδευσης σε περιβάλλον διαφορετικό από εκείνο της Μέσης Ανατολής και έναν σταθερό χώρο συνεργασίας απέναντι στην τουρκική αναθεωρητική πολιτική.
Αυτή είναι μια ιστορική ευκαιρία για τον Ελληνισμό. Όχι για να μετατραπεί η Ελλάδα σε άβουλο εξάρτημα οποιασδήποτε ξένης δύναμης, αλλά για να αξιοποιήσει τη θέση της, να οικοδομήσει αμοιβαίες συμμαχίες και να καταστήσει σαφές ότι η ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου δεν μπορεί να οργανωθεί με την Ελλάδα απούσα και την Κύπρο ακρωτηριασμένη.
Ο άξονας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ δεν πρέπει να παραμείνει μια φωτογραφία τριμερών συναντήσεων και επαναλαμβανόμενων διπλωματικών διακηρύξεων. Πρέπει να αποκτήσει συγκεκριμένο αμυντικό, ενεργειακό και γεωπολιτικό περιεχόμενο.
Διότι την ώρα που η Τουρκία σχεδιάζει σε βάθος δεκαετιών, το ελληνικό πολιτικό σύστημα εξακολουθεί συχνά να σκέφτεται μέχρι την επόμενη δημοσκόπηση.
Η πραγματική αναμέτρηση έχει ήδη αρχίσει
Ο πόλεμος Τουρκίας–Ισραήλ δεν έχει αρχίσει με στρατιωτικά μέσα. Η σύγκρουση επιρροής, όμως, βρίσκεται ήδη σε πλήρη εξέλιξη.
Διεξάγεται στη Συρία, στην Ανατολική Μεσόγειο, στις ενεργειακές διαδρομές, στις περιφερειακές συμμαχίες και στον αγώνα για την ηγεμονία στον μουσουλμανικό κόσμο.
Η Τουρκία επιδιώκει να παρουσιαστεί ως η μοναδική δύναμη που μπορεί να αμφισβητήσει την ισραηλινή ελευθερία δράσης και να ηγηθεί ενός ευρύτερου ισλαμικού μετώπου. Το Ισραήλ, από την πλευρά του, δεν πρόκειται να επιτρέψει εύκολα στην Άγκυρα να εγκαταστήσει στρατιωτικές υποδομές στη Συρία και να αποκτήσει τη δυνατότητα να περιορίζει τις κινήσεις του.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της αντιπαράθεσης. Όχι στις φωνασκίες των δημοσιογράφων, αλλά στη σύγκρουση δύο περιφερειακών σχεδίων που διεκδικούν τον ίδιο γεωγραφικό και πολιτικό χώρο.
Το επικίνδυνο είναι ότι ο πόλεμος παύει να θεωρείται αδιανόητος
Η σοβαρότερη διάσταση της παρέμβασης Καραγκιούλ δεν είναι η φράση περί «θανατηφόρων εκπλήξεων». Είναι η σταδιακή κανονικοποίηση της ίδιας της ιδέας ενός τουρκοϊσραηλινού πολέμου.
Πριν από λίγα χρόνια, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα φάνταζε σχεδόν αδιανόητο. Σήμερα συζητείται ανοικτά από τουρκικά μέσα, Ισραηλινούς αναλυτές, πρώην αξιωματούχους και πολιτικά πρόσωπα.
Όσο περισσότερο μια κοινωνία εξοικειώνεται με τη γλώσσα του πολέμου, τόσο ευκολότερα μπορεί να αποδεχθεί τον ίδιο τον πόλεμο. Και όσο περισσότερες φορές οι ηγεσίες χαράσσουν δημοσίως «κόκκινες γραμμές», τόσο δυσκολότερο γίνεται να υποχωρήσουν όταν αυτές παραβιαστούν.
Δεν υπάρχει σήμερα σαφής απόδειξη ότι η Τουρκία έχει αποφασίσει να πολεμήσει το Ισραήλ. Δεν υπάρχει επίσης καμία ένδειξη ότι η φράση του Καραγκιούλ αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη επιχειρησιακή διαταγή.
Υπάρχει, όμως, ένα ολοένα πιο εύφλεκτο περιβάλλον. Υπάρχουν συγκρουόμενες στρατιωτικές επιδιώξεις στη Συρία. Υπάρχει ο νεοοθωμανικός μεγαλοϊδεατισμός της Άγκυρας. Υπάρχει η αποφασιστικότητα του Ισραήλ να μη δεχθεί κανέναν περιορισμό στην ασφάλειά του. Και υπάρχει μια Ανατολική Μεσόγειος που στρατιωτικοποιείται με ταχύτητα.
Αρκεί πλέον ένας λανθασμένος υπολογισμός.
Οι «θανατηφόρες εκπλήξεις» μπορεί να στραφούν εναντίον εκείνων που τις υπόσχονται
Ο Καραγκιούλ ρωτά το Ισραήλ εάν μπορεί να προβλέψει τις «θανατηφόρες εκπλήξεις» της Τουρκίας.
Η ορθή απάντηση είναι ότι κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα την εξέλιξη ενός πολέμου ανάμεσα σε δύο τόσο ισχυρά και τεχνολογικά προηγμένα κράτη.
Αυτό, όμως, ισχύει και για την Τουρκία.
Ούτε η Άγκυρα γνωρίζει τι θα ακολουθήσει εάν αποφασίσει να περάσει από τις απειλές στην πράξη. Ούτε μπορεί να υπολογίσει όλες τις δυνατότητες του Ισραήλ, την αντίδραση των Ηνωμένων Πολιτειών, τη στάση των αραβικών κρατών ή τη γεωπολιτική αναδιάταξη που θα προκαλούσε μια τέτοια σύγκρουση.
Η Τουρκία μπορεί να είναι ισχυρή. Δεν είναι άτρωτη. Μπορεί να διαθέτει μεγάλο στρατό. Δεν διαθέτει απεριόριστες δυνατότητες. Και η αμυντική της βιομηχανία, όσο σημαντικά βήματα κι αν έχει πραγματοποιήσει, δεν την έχει μετατρέψει στην παντοδύναμη αυτοκρατορία που φαντάζονται οι αυλικοί του νεοσουλτάνου.
Η απειλή του Καραγκιούλ πρέπει, επομένως, να διαβαστεί γι’ αυτό ακριβώς που είναι: μια απόπειρα αποτροπής διά του φόβου, μια επίδειξη ερντογανικής αλαζονείας και ταυτόχρονα ένα ανησυχητικό σημάδι ότι στην Τουρκία προετοιμάζεται ψυχολογικά το έδαφος για μια σύγκρουση που μέχρι χθες θεωρούνταν αδύνατη.
Ο πόλεμος δεν έχει αποφασιστεί. Η ιδέα του, όμως, έχει ήδη εισέλθει στον δημόσιο λόγο.
Και όταν οι αυτοκρατορικές φαντασιώσεις συναντούν πραγματικούς πυραύλους, πραγματικά πολεμικά αεροσκάφη και πραγματικές κόκκινες γραμμές, οι «θανατηφόρες εκπλήξεις» σπανίως πλήττουν μόνο εκείνον για τον οποίο προορίζονταν.



Πολύ καλό άρθρο!